Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
silah 🔉  

όπλο (το) 🔉  
silah arkadaşı 🔉  

συμπολεμιστής (ο) 🔉  
σύντροφος όπλων (ο) 🔉  
silahaltı 🔉  

στράτευση (η) 🔉  
υπό τα όπλα 🔉  
silahçı 🔉  

οπλοποιός (ο) 🔉  
οπλοπώλης (ο) 🔉  
silahçılık 🔉  

οπλοποιία (η) 🔉  
εμπορία όπλων (η) 🔉  
silahendaz 🔉  

οπλοφόρος (ο) 🔉  
silahhane 🔉  

οπλοστάσιο (το) 🔉  
silahlama 🔉  

εξοπλισμός (ο) 🔉  
οπλισμός (ο) 🔉  
silahlamak 🔉  

εξοπλίζω 🔉  
οπλίζω 🔉  
silahlandırılma 🔉  

εξοπλισμός (ο) 🔉  
οπλισμός (ο) 🔉  
silahlandırılmak 🔉  

εξοπλίζομαι 🔉  
οπλίζομαι 🔉  
silahlandırma 🔉  

εξοπλισμός (ο) 🔉  
οπλισμός (ο) 🔉  
silahlandırmak 🔉  

εξοπλίζω 🔉  
οπλίζω 🔉  
silahlanma 🔉  

εξοπλισμός (ο) 🔉  
οπλισμός (ο) 🔉  
silahlanmak 🔉  

εξοπλίζομαι 🔉  
οπλίζομαι 🔉  
silahlı 🔉  

οπλισμένος 🔉  
ένοπλος 🔉  
silahlık 🔉  

οπλοθήκη (η) 🔉  
οπλοστάσιο (το) 🔉  
silahlılık 🔉  

οπλισμός (ο) 🔉  
ένοπλη κατάσταση (η) 🔉  
silahsız 🔉  

άοπλος 🔉  
silahsızlandırma 🔉  

αφοπλισμός (ο) 🔉  
silahsızlandırmak 🔉  

αφοπλίζω 🔉  
silahsızlanma 🔉  

αφοπλισμός (ο) 🔉  
silahsızlanmak 🔉  

αφοπλίζομαι 🔉  
silahsızlık 🔉  

αοπλία (η) 🔉  
έλλειψη όπλων (η) 🔉  
silahşor 🔉  

οπλομάχος (ο) 🔉  
δεξιοτέχνης των όπλων (ο) 🔉  
silahşorluk 🔉  

οπλομαχία (η) 🔉  
δεξιοτεχνία στα όπλα (η) 🔉  
silahtar 🔉  

οπλοφόρος (ο) 🔉  
silahtar ağa 🔉  

αρχι-οπλοφόρος (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱