Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
sinir
🔉
νεύρο (το)
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
οργή (η)
🔉
☆
sinir argınlığı
🔉
νευρική κόπωση (η)
🔉
☆
sinir bilimi
🔉
νευροεπιστήμη (η)
🔉
☆
sinir bilimsel
🔉
νευροεπιστημονικός
🔉
☆
sinir buhranı
🔉
νευρικός κλονισμός (ο)
🔉
νευρική κρίση (η)
🔉
☆
sinir doku
🔉
νευρικός ιστός (ο)
🔉
☆
sinir harbi
🔉
νευροπόλεμος (ο)
🔉
ψυχολογικός πόλεμος (ο)
🔉
☆
sinir hastalığı
🔉
νευρική νόσος (η)
🔉
☆
sinir hastası
🔉
νευροπαθής (ο/η)
🔉
☆
sinir ilacı
🔉
ηρεμιστικό (το)
🔉
αγχολυτικό (το)
🔉
☆
sinir kanatlılar
🔉
νευρόπτερα (τα)
🔉
☆
sinir küpü
🔉
νευρικός άνθρωπος (ο)
🔉
εκρηκτικός άνθρωπος (ο)
🔉
☆
sinir otları
🔉
πεντάνευρα (τα)
🔉
☆
sinir otu
🔉
πεντάνευρο (το)
🔉
☆
sinir otugiller
🔉
πλανταγινίδες (οι)
🔉
☆
sinir savaşı
🔉
πόλεμος νεύρων (ο)
🔉
ψυχολογικός πόλεμος (ο)
🔉
☆
sinir sistemi
🔉
νευρικό σύστημα (το)
🔉
☆
sinir törpüsü
🔉
νευροφθορά (η)
🔉
βασανιστήριο νεύρων (το)
🔉
☆
sinirce
🔉
νευρικά
🔉
☆
sinirleme
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
☆
sinirlemek
🔉
εκνευρίζω
🔉
νευριάζω
🔉
☆
sinirlendirme
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
πρόκληση εκνευρισμού (η)
🔉
☆
sinirlendirmek
🔉
εκνευρίζω
🔉
νευριάζω
🔉
☆
sinirlenebilme
🔉
δυνατότητα να εκνευριστεί (η)
🔉
☆
sinirlenebilmek
🔉
μπορώ να εκνευριστώ
🔉
μπορώ να νευριάσω
🔉
☆
sinirleniş
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
☆
sinirlenme
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
☆
sinirlenmek
🔉
εκνευρίζομαι
🔉
νευριάζω
🔉
☆
sinirleri kuvvetli
🔉
γερά νεύρα
🔉
☆
sinirleri zayıf
🔉
αδύναμα νεύρα
🔉
☆
sinirli
🔉
νευρικός
🔉
ευερέθιστος
🔉
οξύθυμος
🔉
☆
sinirlilik
🔉
νευρικότητα (η)
🔉
ευερεθιστότητα (η)
🔉
☆
sinirsel
🔉
νευρικός
🔉
☆
sinirsiz
🔉
χωρίς νεύρα
🔉
απεριόριστος
🔉
☆
sinirsizlik
🔉
έλλειψη νεύρων (η)
🔉
απεριοριστία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱