Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆sivri 🔉  

μυτερός 🔉  
οξύς 🔉  
αιχμηρός 🔉  
☆sivri akıllı 🔉  

πονηρός 🔉  
σπιρτόζος 🔉  
☆sivri akıllılık 🔉  

πονηριά (η) 🔉  
σπιρτάδα (η) 🔉  
☆sivri biber 🔉  

καυτερή πιπεριά (η) 🔉  
☆sivri dil 🔉  

καυστική γλώσσα (η) 🔉  
☆sivri dilli 🔉  

καυστικόγλωσσος 🔉  
☆sivri dillilik 🔉  

καυστικότητα (η) 🔉  
☆sivri fikirli 🔉  

οξυδερκής 🔉  
αιχμηρός 🔉  
☆sivri fikirlilik 🔉  

οξυδέρκεια (η) 🔉  
αιχμηρότητα (η) 🔉  
☆sivriç 🔉  

σιβρίτς (το) 🔉  
☆Sivrice 🔉  

Σιβρίτζε (το) 🔉  
☆sivrifare 🔉  

μυγαλή (η) 🔉  
☆Sivrihisar 🔉  

Σιβριχισάρ (το) 🔉  
☆sivrikuyruk 🔉  

μυτερόουρος 🔉  
☆sivrilebilme 🔉  

δυνατότητα να οξυνθεί (η) 🔉  
δυνατότητα να μυτέψει (η) 🔉  
☆sivrilebilmek 🔉  

μπορώ να οξυνθώ 🔉  
μπορώ να μυτέψω 🔉  
☆sivrileşme 🔉  

όξυνση (η) 🔉  
μυτέψιμο (το) 🔉  
☆sivrileşmek 🔉  

οξύνομαι 🔉  
μυτεύω 🔉  
☆sivrileştirme 🔉  

όξυνση (η) 🔉  
ακόνισμα (το) 🔉  
☆sivrileştirmek 🔉  

οξύνω 🔉  
ακονίζω 🔉  
☆sivrilik 🔉  

οξύτητα (η) 🔉  
αιχμηρότητα (η) 🔉  
☆sivriliş 🔉  

όξυνση (η) 🔉  
μυτέψιμο (το) 🔉  
☆sivrilme 🔉  

όξυνση (η) 🔉  
μυτέψιμο (το) 🔉  
☆sivrilmek 🔉  

οξύνομαι 🔉  
μυτεύω 🔉  
☆sivriltme 🔉  

όξυνση (η) 🔉  
ακόνισμα (το) 🔉  
☆sivriltmek 🔉  

οξύνω 🔉  
ακονίζω 🔉  
☆sivrisinek 🔉  

κουνούπι (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱