Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
sorgu 🔉  

ανάκριση (η) 🔉  
εξέταση (η) 🔉  
sorgu hâkimi 🔉  

ανακριτής (ο) 🔉  
sorgu kutusu 🔉  

πλαίσιο αναζήτησης (το) 🔉  
sorgu sual 🔉  

ανάκριση (η) 🔉  
ερωταποκρίσεις (οι) 🔉  
sorgu yargıcı 🔉  

ανακριτής (ο) 🔉  
sorgu yargıçlığı 🔉  

ανακριτικό λειτούργημα (το) 🔉  
sorguç 🔉  

λοφίο (το) 🔉  
πτερόλοφος (ο) 🔉  
sorguçlanma 🔉  

λοφιοφόρηση (η) 🔉  
sorguçlanmak 🔉  

φέρω λοφίο 🔉  
sorguçlu 🔉  

λοφιοφόρος 🔉  
sorguçsuz 🔉  

άλοφος 🔉  
χωρίς λοφίο 🔉  
sorgulama 🔉  

ανάκριση (η) 🔉  
διερώτηση (η) 🔉  
αμφισβήτηση (η) 🔉  
sorgulamak 🔉  

ανακρίνω 🔉  
διερωτώμαι 🔉  
αμφισβητώ 🔉  
sorgulanabilme 🔉  

δυνατότητα ανάκρισης (η) 🔉  
δυνατότητα αμφισβήτησης (η) 🔉  
sorgulanabilmek 🔉  

μπορώ να ανακριθώ 🔉  
μπορώ να αμφισβητηθώ 🔉  
sorgulanış 🔉  

ανάκριση (η) 🔉  
αμφισβήτηση (η) 🔉  
sorgulanma 🔉  

ανάκριση (η) 🔉  
αμφισβήτηση (η) 🔉  
sorgulanmak 🔉  

ανακρίνομαι 🔉  
αμφισβητούμαι 🔉  
sorgulatabilme 🔉  

δυνατότητα να ανακρίνει (η) 🔉  
δυνατότητα να αμφισβητήσει (η) 🔉  
sorgulatabilmek 🔉  

μπορώ να βάλω να ανακρίνουν 🔉  
μπορώ να προκαλέσω αμφισβήτηση 🔉  
sorgulatma 🔉  

πρόκληση ανάκρισης (η) 🔉  
sorgulatmak 🔉  

βάζω να ανακρίνουν 🔉  
προκαλώ ανάκριση 🔉  
sorgulayabilme 🔉  

δυνατότητα ανάκρισης (η) 🔉  
δυνατότητα αμφισβήτησης (η) 🔉  
sorgulayabilmek 🔉  

μπορώ να ανακρίνω 🔉  
μπορώ να αμφισβητώ 🔉  
sorgulayış 🔉  

ανάκριση (η) 🔉  
αμφισβήτηση (η) 🔉  
sorgun 🔉  

ιτιά (η) 🔉  
Sorgun 🔉  

Σοργκούν (το) 🔉  
sorgusuz 🔉  

χωρίς ανάκριση 🔉  
άκριτος 🔉  
sorgusuz sualsiz 🔉  

χωρίς ερωτήσεις 🔉  
άνευ αντιρρήσεως 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱