Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆soru 🔉  

ερώτηση (η) 🔉  
ερώτημα (το) 🔉  
☆soru cümlesi 🔉  

ερωτηματική πρόταση (η) 🔉  
☆soru eki 🔉  

ερωτηματικό μόριο (το) 🔉  
☆soru işareti 🔉  

ερωτηματικό (το) 🔉  
☆soru sıfatı 🔉  

ερωτηματικό επίθετο (το) 🔉  
☆soru zamiri 🔉  

ερωτηματική αντωνυμία (η) 🔉  
☆soru zarfı 🔉  

ερωτηματικό επίρρημα (το) 🔉  
☆sorulma 🔉  

ερώτηση (η) 🔉  
διατύπωση ερώτησης (η) 🔉  
☆sorulmak 🔉  

ερωτώμαι 🔉  
τίθεμαι (ως ερώτημα) 🔉  
☆sorulu görünüm 🔉  

ερωτηματική όψη (η) 🔉  
☆soruluş 🔉  

ερώτηση (η) 🔉  
διατύπωση ερώτησης (η) 🔉  
☆sorum 🔉  

ευθύνη (η) 🔉  
☆soruma 🔉  

ερώτηση (η) 🔉  
☆sorumak 🔉  

ρωτώ 🔉  
ερωτώ 🔉  
☆sorumlu 🔉  

υπεύθυνος 🔉  
☆sorumluluk 🔉  

ευθύνη (η) 🔉  
υπευθυνότητα (η) 🔉  
☆sorumsuz 🔉  

ανεύθυνος 🔉  
☆sorumsuzca 🔉  

ανεύθυνα 🔉  
☆sorumsuzlaşma 🔉  

ανευθυνοποίηση (η) 🔉  
☆sorumsuzlaşmak 🔉  

γίνομαι ανεύθυνος 🔉  
☆sorumsuzluk 🔉  

ανευθυνότητα (η) 🔉  
☆sorun 🔉  

πρόβλημα (το) 🔉  
ζήτημα (το) 🔉  
☆sorunlu 🔉  

προβληματικός 🔉  
☆sorunluluk 🔉  

προβληματικότητα (η) 🔉  
☆sorunsal 🔉  

προβληματική (η) 🔉  
☆sorunsallık 🔉  

προβληματικότητα (η) 🔉  
☆sorunsuz 🔉  

απρόσκοπτος 🔉  
χωρίς προβλήματα 🔉  
☆sorunsuzluk 🔉  

απουσία προβλημάτων (η) 🔉  
☆soruş 🔉  

ερώτηση (η) 🔉  
☆soruşma 🔉  

αλληλοερώτηση (η) 🔉  
☆soruşmak 🔉  

αλληλορωτιόμαστε 🔉  
☆soruşturabilme 🔉  

δυνατότητα διερεύνησης (η) 🔉  
δυνατότητα ανάκρισης (η) 🔉  
☆soruşturabilmek 🔉  

μπορώ να διερευνήσω 🔉  
μπορώ να ανακρίνω 🔉  
☆soruşturma 🔉  

έρευνα (η) 🔉  
διερεύνηση (η) 🔉  
ανάκριση (η) 🔉  
☆soruşturma kurulu 🔉  

εξεταστική επιτροπή (η) 🔉  
ανακριτική επιτροπή (η) 🔉  
☆soruşturmacı 🔉  

ανακριτής (ο) 🔉  
ερευνητής (ο) 🔉  
☆soruşturmacılık 🔉  

ανακριτική (η) 🔉  
ερευνητική (η) 🔉  
☆soruşturmak 🔉  

διερευνώ 🔉  
ερευνώ 🔉  
ανακρίνω 🔉  
☆soruşturucu 🔉  

ανακριτής (ο) 🔉  
ερευνητής (ο) 🔉  
☆soruşturuculuk 🔉  

ανακριτική (η) 🔉  
ερευνητική (η) 🔉  
☆sorutkan 🔉  

κατσούφης 🔉  
σκυθρωπός 🔉  
☆sorutma 🔉  

κατσούφιασμα (το) 🔉  
☆sorutmak 🔉  

κατσουφιάζω 🔉  
σκυθρωπάζω 🔉  
☆soruverme 🔉  

αιφνίδια ερώτηση (η) 🔉  
☆soruvermek 🔉  

ρωτώ ξαφνικά 🔉  
πετώ μια ερώτηση 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱