Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
suç
🔉
έγκλημα (το)
🔉
αδίκημα (το)
🔉
ενοχή (η)
🔉
☆
suç aleti
🔉
όργανο εγκλήματος (το)
🔉
☆
suç bilimi
🔉
εγκληματολογία (η)
🔉
☆
suç bilimsel
🔉
εγκληματολογικός
🔉
☆
suç duyurusu
🔉
μήνυση (η)
🔉
καταγγελία (η)
🔉
☆
suç yükleme
🔉
απόδοση ενοχής (η)
🔉
επιρρίψη ευθύνης (η)
🔉
☆
suçiçeği
🔉
ανεμοβλογιά (η)
🔉
☆
suçlama
🔉
κατηγορία (η)
🔉
κατηγόρηση (η)
🔉
☆
suçlamak
🔉
κατηγορώ
🔉
☆
suçlanabilme
🔉
δυνατότητα κατηγόρησης (η)
🔉
☆
suçlanabilmek
🔉
μπορώ να κατηγορηθώ
🔉
☆
suçlandırılma
🔉
απαγγελία κατηγορίας (η)
🔉
☆
suçlandırılmak
🔉
κατηγορούμαι
🔉
μου απαγγέλλεται κατηγορία
🔉
☆
suçlandırma
🔉
απαγγελία κατηγορίας (η)
🔉
κατηγορία (η)
🔉
☆
suçlandırmak
🔉
απαγγέλλω κατηγορία
🔉
κατηγορώ
🔉
☆
suçlanış
🔉
κατηγόρηση (η)
🔉
☆
suçlanma
🔉
κατηγόρηση (η)
🔉
☆
suçlanmak
🔉
κατηγορούμαι
🔉
☆
suçlayış
🔉
κατηγόρηση (η)
🔉
☆
suçlayıverme
🔉
αιφνίδια κατηγόρηση (η)
🔉
☆
suçlayıvermek
🔉
κατηγορώ μονομιάς
🔉
κατηγορώ ξαφνικά
🔉
☆
suçlu
🔉
ένοχος
🔉
έγκλειστος
🔉
☆
suçluluk
🔉
ενοχή (η)
🔉
☆
suçluluk duygusu
🔉
αίσθημα ενοχής (το)
🔉
☆
suçluluk hissi
🔉
αίσθηση ενοχής (η)
🔉
☆
suçsuz
🔉
αθώος
🔉
☆
suçsuzluk
🔉
αθωότητα (η)
🔉
☆
sucu
🔉
νερουλάς (ο)
🔉
☆
sucuk
🔉
σουτζούκι (το)
🔉
☆
sucukçu
🔉
σουτζουκάς (ο)
🔉
☆
sucukçuluk
🔉
εμπορία σουτζουκιού (η)
🔉
☆
sucuklaşma
🔉
πήξη (η)
🔉
πήξιμο (το)
🔉
☆
sucuklaşmak
🔉
πήζω
🔉
πήγνυμαι
🔉
☆
sucuklu
🔉
με σουτζούκι
🔉
☆
sucuklu yumurta
🔉
αυγά με σουτζούκι (τα)
🔉
☆
sucul
🔉
υδρόβιος
🔉
υδάτινος
🔉
☆
suculuk
🔉
υδροβιότητα (η)
🔉
☆
suçüstü
🔉
επ’ αυτοφώρω
🔉
☆
suçüstü mahkemesi
🔉
αυτόφωρο δικαστήριο (το)
🔉
☆
sücut
🔉
σούτζουτ (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱