Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
sulu
🔉
υδαρής
🔉
ζουμερός
🔉
νερουλός
🔉
☆
sulu boya
🔉
υδατογραφία (η)
🔉
νερομπογιά (η)
🔉
☆
sulu göz
🔉
δακρυσμένο μάτι (το)
🔉
☆
sulu gözlü
🔉
δακρυσμένος
🔉
δακρυόβλεπτος
🔉
☆
sulu gözlülük
🔉
δακρυρροία (η)
🔉
δακρυόβλεπτη διάθεση (η)
🔉
☆
sulu kar
🔉
χιονόνερο (το)
🔉
υγρό χιόνι (το)
🔉
☆
sulu sepken
🔉
ψιλόβροχο (το)
🔉
ψιχάλα (η)
🔉
☆
sulu tarım
🔉
αρδευόμενη γεωργία (η)
🔉
☆
sulu yemek
🔉
φαγητό με ζουμί (το)
🔉
μαγειρευτό (το)
🔉
☆
sulu ziraat
🔉
αρδευόμενη γεωργία (η)
🔉
☆
sulu zırtlak
🔉
νερουλός
🔉
κλαψιάρης
🔉
☆
sülüğen
🔉
βδελλώδης
🔉
☆
süluk
🔉
σούλουκ (το)
🔉
☆
sülük
🔉
βδέλλα (η)
🔉
☆
suluk
🔉
ποτίστρα (η)
🔉
δοχείο νερού (το)
🔉
☆
suluk zinciri
🔉
αλυσίδα ποτίστρας (η)
🔉
☆
sülükçü
🔉
βδελλοθεραπευτής (ο)
🔉
☆
sülükçülük
🔉
βδελλοθεραπεία (η)
🔉
☆
sülükler
🔉
βδέλλες (οι)
🔉
☆
sululaşma
🔉
υδαροποίηση (η)
🔉
αραίωση (η)
🔉
☆
sululaşmak
🔉
υδαροποιούμαι
🔉
αραιώνω
🔉
γίνομαι νερουλός
🔉
☆
sululuk
🔉
υδαρότητα (η)
🔉
νερουλότητα (η)
🔉
☆
sülümen
🔉
σουλιμένιο (το)
🔉
☆
sülün
🔉
φασιανός (ο)
🔉
☆
sülüngiller
🔉
φασιανίδες (οι)
🔉
☆
sülünlük
🔉
φασιανοτροφείο (το)
🔉
☆
Suluova
🔉
Σουλουόβα (το)
🔉
☆
sülüs
🔉
θούλουθ (το)
🔉
☆
Sulusaray
🔉
Σουλουσαράι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱