Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
tul
🔉
τούλι (το)
🔉
☆
tül
🔉
τούλι (το)
🔉
☆
tul derecesi
🔉
βαθμός τούλι (ο)
🔉
☆
tulani
🔉
τουλάνι (το)
🔉
☆
tülbent
🔉
τουλπάνι (το)
🔉
γάζα (η)
🔉
☆
tülbentçi
🔉
πωλητής τουλπανιών (ο)
🔉
☆
tülbentçilik
🔉
εμπορία τουλπανιών (η)
🔉
☆
tüllenme
🔉
χνούδιασμα (το)
🔉
γέμισμα με χνούδι (το)
🔉
☆
tüllenmek
🔉
χνουδιάζω
🔉
γεμίζω χνούδι
🔉
☆
tulu
🔉
τουλού (το)
🔉
☆
tülü
🔉
χνουδωτός
🔉
με χνούδι
🔉
☆
tuluat
🔉
αυτοσχεδιασμός (ο)
🔉
☆
tuluat tiyatrosu
🔉
θέατρο αυτοσχεδιασμού (το)
🔉
☆
tuluatçı
🔉
αυτοσχεδιαστής (ο)
🔉
αυτοσχεδιάστρια (η)
🔉
☆
tuluatçılık
🔉
αυτοσχεδιασμός (ο)
🔉
☆
tuluk
🔉
ασκί (το)
🔉
☆
tulum
🔉
σακί (το)
🔉
ασκί (το)
🔉
παραδοσιακή γκάιντα (η)
🔉
☆
tulum peyniri
🔉
τυρί σε ασκί (το)
🔉
☆
tulumba
🔉
αντλία (η)
🔉
☆
tulumba kolu
🔉
μοχλός αντλίας (ο)
🔉
☆
tulumba tatlısı
🔉
τουλούμπα (η)
🔉
☆
tulumbacı
🔉
αντλητής (ο)
🔉
πυροσβέστης αντλίας (ο)
🔉
☆
tulumbacılık
🔉
αντλητική (η)
🔉
☆
tulumcu
🔉
γκαϊντατζής (ο)
🔉
☆
tulumcuk
🔉
μικρό ασκί (το)
🔉
☆
tulumculuk
🔉
γκαϊντατζήδικη (η)
🔉
☆
tulumlular
🔉
Τουλουμλούδες (οι)
🔉
☆
tulumsular
🔉
ασκοειδή (τα)
🔉
☆
tulup
🔉
τουλούπι (το)
🔉
☆
tulyum
🔉
θούλιο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱