Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆tüm 🔉  

όλος 🔉  
πλήρης 🔉  
☆tüm başkalaşma 🔉  

ολική μεταμόρφωση (η) 🔉  
☆tüm başlılar 🔉  

ολοκέφαλα (τα) 🔉  
☆tüm kirpikliler 🔉  

ολοβλεφαριδωτά (τα) 🔉  
☆tüm sayı 🔉  

ακέραιος αριθμός (ο) 🔉  
☆tüm tanrıcı 🔉  

πανθεϊστής (ο) 🔉  
☆tüm tanrıcılık 🔉  

πανθεϊσμός (ο) 🔉  
☆tumağı 🔉  

τουμάκι (το) 🔉  
☆tümamiral 🔉  

αντιναύαρχος (ο) 🔉  
☆tümamirallik 🔉  

βαθμός αντιναυάρχου (ο) 🔉  
☆tuman 🔉  

καπνός (ο) 🔉  
ομίχλη (η) 🔉  
☆tumba 🔉  

τούμπα (η) 🔉  
☆tumbadız 🔉  

τούμπα-ντιζ (το) 🔉  
☆tümbek 🔉  

τουμπέκ (ο) 🔉  
☆tümce 🔉  

πρόταση (η) 🔉  
☆tümce bilgisi 🔉  

συντακτικό (το) 🔉  
☆tümden 🔉  

εξ ολοκλήρου 🔉  
πλήρως 🔉  
☆tümdengelim 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
☆tümel 🔉  

καθολικός 🔉  
γενικός 🔉  
☆tümel kavram 🔉  

καθολική έννοια (η) 🔉  
☆tümel önerme 🔉  

καθολική πρόταση (η) 🔉  
☆tümeller 🔉  

καθολικά (τα) 🔉  
☆tümen 🔉  

μεραρχία (η) 🔉  
δέκα χιλιάδες (οι) 🔉  
☆tümen tümen 🔉  

κατά μεραρχίες 🔉  
κατά δεκάδες χιλιάδων 🔉  
☆tümevarım 🔉  

επαγωγή (η) 🔉  
☆tümey 🔉  

ταξιαρχία (η) 🔉  
☆tümgeneral 🔉  

υποστράτηγος (ο) 🔉  
☆tümgenerallik 🔉  

βαθμός υποστρατήγου (ο) 🔉  
☆tümleç 🔉  

συμπλήρωμα (το) 🔉  
☆tümleme 🔉  

συμπλήρωση (η) 🔉  
☆tümlemek 🔉  

συμπληρώνω 🔉  
☆tümleniş 🔉  

συμπλήρωση (η) 🔉  
☆tümlenme 🔉  

συμπλήρωση (η) 🔉  
☆tümlenmek 🔉  

συμπληρώνομαι 🔉  
☆tümler 🔉  

συμπληρωματικός 🔉  
☆tümler açı 🔉  

συμπληρωματική γωνία (η) 🔉  
☆tümleşik 🔉  

ολοκληρωμένος 🔉  
ενσωματωμένος 🔉  
☆tümleyiş 🔉  

συμπλήρωση (η) 🔉  
τρόπος συμπλήρωσης (ο) 🔉  
☆tümlük 🔉  

ολότητα (η) 🔉  
☆tümör 🔉  

όγκος (ο) 🔉  
νεόπλασμα (το) 🔉  
☆tümörlenme 🔉  

ογκοποίηση (η) 🔉  
☆tümörlenmek 🔉  

ογκοποιούμαι 🔉  
☆tümörleşme 🔉  

ογκοποίηση (η) 🔉  
☆tümörleşmek 🔉  

ογκοποιούμαι 🔉  
☆tump 🔉  

τούμπ (το) 🔉  
☆tümsek 🔉  

εξόγκωμα (το) 🔉  
ύβος (ο) 🔉  
☆tümsekleşma 🔉  

δημιουργία εξογκώματος (η) 🔉  
☆tümsekleşmek 🔉  

εξογκώνομαι 🔉  
☆tümsekli 🔉  

με εξόγκωμα 🔉  
ανώμαλος 🔉  
☆tümselme 🔉  

εξόγκωση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱