Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
takı
🔉
κόσμημα (το)
🔉
στολίδι (το)
🔉
takık
🔉
κολλημένος
🔉
εμμονικός
🔉
takıklık
🔉
εμμονή (η)
🔉
κολλημάρα (η)
🔉
takılgan
🔉
κολλητικός
🔉
προσκολλητικός
🔉
takılganlık
🔉
προσκολλητικότητα (η)
🔉
takılı
🔉
προσαρτημένος
🔉
φορεμένος
🔉
κολλημένος
🔉
takılış
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
τοποθέτηση (η)
🔉
φόρεμα (το)
🔉
takılıverme
🔉
ξαφνική προσάρτηση (η)
🔉
ξαφνικό κόλλημα (το)
🔉
takılıvermek
🔉
προσαρτώμαι ξαφνικά
🔉
κολλάω ξαφνικά
🔉
takılma
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
κόλλημα (το)
🔉
εμπλοκή (η)
🔉
takılmak
🔉
προσαρτώμαι
🔉
κολλάω
🔉
μπλέκομαι
🔉
σκοντάφτω
🔉
takım
🔉
ομάδα (η)
🔉
σετ (το)
🔉
σύνολο (το)
🔉
εξάρτημα (το)
🔉
takım elbise
🔉
κοστούμι (το)
🔉
takım erki
🔉
ομαδικό πνεύμα (το)
🔉
takım oyunu
🔉
ομαδικό παιχνίδι (το)
🔉
takım takım
🔉
κατά ομάδες
🔉
σε ομάδες
🔉
takım taklavat
🔉
εξαρτήματα (τα)
🔉
παρελκόμενα (τα)
🔉
takımada
🔉
αρχιπέλαγος (το)
🔉
takımyıldız
🔉
αστερισμός (ο)
🔉
takınabilme
🔉
δυνατότητα υιοθέτησης (η)
🔉
δυνατότητα επίδειξης (η)
🔉
takınabilmek
🔉
μπορώ να υιοθετήσω
🔉
μπορώ να επιδείξω
🔉
takınak
🔉
στάση (η)
🔉
συμπεριφορά (η)
🔉
takınaklı
🔉
με στάση
🔉
με ύφος
🔉
takınaklı davranış
🔉
συμπεριφορά με ύφος (η)
🔉
takınaksız
🔉
χωρίς στάση
🔉
άκομψος
🔉
takınma
🔉
υιοθέτηση (η)
🔉
επίδειξη (η)
🔉
takınmak
🔉
υιοθετώ
🔉
επιδεικνύω
🔉
παίρνω (στάση/ύφος)
🔉
takıntı
🔉
εμμονή (η)
🔉
κόλλημα (το)
🔉
takıntılı
🔉
εμμονικός
🔉
κολλημένος
🔉
takıntılılık
🔉
εμμονικότητα (η)
🔉
takıntısız
🔉
χωρίς εμμονές
🔉
takıntısızlık
🔉
απουσία εμμονών (η)
🔉
takır takır
🔉
κρακ-κρακ
🔉
κροταλιστά
🔉
takır tukur
🔉
κρακ-κρουκ
🔉
με κρότο
🔉
takırdama
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
takırdamak
🔉
κροταλίζω
🔉
takırdatma
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
πρόκληση κροταλίσματος (η)
🔉
takırdatmak
🔉
κάνω να κροταλίζει
🔉
κροταλίζω
🔉
takırtı
🔉
κρότος (ο)
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
takırtılı
🔉
κροταλιστός
🔉
με κρότο
🔉
takırtısız
🔉
αθόρυβος
🔉
χωρίς κρότο
🔉
takışma
🔉
λογομαχία (η)
🔉
καβγάς (ο)
🔉
takışmak
🔉
λογομαχώ
🔉
καβγαδίζω
🔉
takıştırma
🔉
τοποθέτηση (η)
🔉
προσάρτηση (η)
🔉
takıştırmak
🔉
τοποθετώ
🔉
προσαρτώ
🔉
κρεμώ
🔉
takıverme
🔉
ξαφνική τοποθέτηση (η)
🔉
ξαφνικό φόρεμα (το)
🔉
takıvermek
🔉
τοποθετώ αμέσως
🔉
φοράω αμέσως
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱