Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
tam
🔉
πλήρης
🔉
ακριβής
🔉
ολόκληρος
🔉
tam açı
🔉
πλήρης γωνία (η)
🔉
tam algı
🔉
πλήρης αντίληψη (η)
🔉
tam altın
🔉
χρυσή λίρα πλήρους βάρους (η)
🔉
tam anlamıyla
🔉
με την πλήρη έννοια
🔉
κυριολεκτικά και πλήρως
🔉
tam asalak
🔉
πλήρες παράσιτο (το)
🔉
tam bakım
🔉
πλήρης συντήρηση (η)
🔉
πλήρης φροντίδα (η)
🔉
tam bakım merkezi
🔉
κέντρο πλήρους φροντίδας (το)
🔉
tam bilet
🔉
εισιτήριο πλήρους τιμής (το)
🔉
tam bölen
🔉
ακριβής διαιρέτης (ο)
🔉
tam ekmek
🔉
ολόκληρο ψωμί (το)
🔉
tam er
🔉
πλήρης στρατιώτης (ο)
🔉
tam gaz
🔉
τέρμα γκάζι (το)
🔉
με πλήρη ταχύτητα
🔉
tam gün
🔉
πλήρης ημέρα (η)
🔉
ολοήμερος
🔉
tam kafiye
🔉
πλήρης ομοιοκαταληξία (η)
🔉
tam manasıyla
🔉
με την πλήρη έννοια
🔉
απολύτως
🔉
tam mesai
🔉
πλήρες ωράριο (το)
🔉
tam not
🔉
άριστος βαθμός (ο)
🔉
πλήρης βαθμολογία (η)
🔉
tam otomatik
🔉
πλήρως αυτόματος
🔉
tam pansiyon
🔉
πλήρης διατροφή (η)
🔉
tam sayı
🔉
ακέραιος αριθμός (ο)
🔉
tam siper
🔉
πλήρες προκάλυμμα (το)
🔉
πλήρης κάλυψη (η)
🔉
tam sırası
🔉
ακριβής σειρά (η)
🔉
tam tamına
🔉
ακριβώς
🔉
επακριβώς
🔉
tam tarife
🔉
πλήρες τιμολόγιο (το)
🔉
πλήρης δασμολόγηση (η)
🔉
tam yol
🔉
πλήρης οδός (η)
🔉
κύρια οδός (η)
🔉
tamah
🔉
απληστία (η)
🔉
tamahkâr
🔉
άπληστος
🔉
tamahkârlık
🔉
απληστία (η)
🔉
tamam
🔉
εντάξει
🔉
ολοκληρωμένο
🔉
σύνολο (το)
🔉
tamamen
🔉
εντελώς
🔉
απολύτως
🔉
tamamiyet
🔉
πληρότητα (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
tamamı tamamına
🔉
ολόκληρο
🔉
εξ ολοκλήρου
🔉
tamamıyla
🔉
εξ ολοκλήρου
🔉
πλήρως
🔉
tamamlama
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
tamamlamak
🔉
ολοκληρώνω
🔉
συμπληρώνω
🔉
tamamlanabilme
🔉
δυνατότητα ολοκλήρωσης (η)
🔉
tamamlanabilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρωθώ
🔉
μπορώ να συμπληρωθώ
🔉
tamamlanış
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
tamamlanma
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
tamamlanmak
🔉
ολοκληρώνομαι
🔉
συμπληρώνομαι
🔉
tamamlatabilme
🔉
δυνατότητα να ολοκληρωθεί μέσω άλλου (η)
🔉
tamamlatabilmek
🔉
μπορώ να βάλω να ολοκληρώσουν
🔉
tamamlatma
🔉
ανάθεση ολοκλήρωσης (η)
🔉
tamamlatmak
🔉
βάζω να ολοκληρώσουν
🔉
tamamlattırma
🔉
ανάθεση ανάθεσης ολοκλήρωσης (η)
🔉
tamamlattırmak
🔉
βάζω να βάλουν να ολοκληρώσουν
🔉
tamamlayabilme
🔉
δυνατότητα συμπλήρωσης (η)
🔉
δυνατότητα ολοκλήρωσης (η)
🔉
tamamlayabilmek
🔉
μπορώ να συμπληρώσω
🔉
μπορώ να ολοκληρώσω
🔉
tamamlayış
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱