Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
tart 🔉  

τάρτα (η) 🔉  
tart 🔉  

τάρτα (η) 🔉  
tart suçu 🔉  

αδίκημα ζύγισης (το) 🔉  
tartabilme 🔉  

δυνατότητα ζύγισης (η) 🔉  
tartabilmek 🔉  

δύναμαι να ζυγίσω 🔉  
tartak martak 🔉  

πρόχειρα και άτσαλα 🔉  
όπως-όπως 🔉  
tartaklama 🔉  

κακομεταχείριση (η) 🔉  
τραχύς ξυλοδαρμός (ο) 🔉  
tartaklamak 🔉  

κακομεταχειρίζομαι 🔉  
δέρνω 🔉  
tartaklanış 🔉  

κακομεταχείριση (η) 🔉  
tartaklanma 🔉  

κακομεταχείριση (η) 🔉  
tartaklanmak 🔉  

κακομεταχειρίζομαι (παθ.) 🔉  
δέχομαι ξυλοδαρμό 🔉  
tartaklayış 🔉  

κακομεταχείριση (η) 🔉  
tartar 🔉  

τάρταρος (ο) 🔉  
tartarak yenme 🔉  

νίκη στα σημεία (η) 🔉  
tartarat 🔉  

ταρταράτ (το) 🔉  
tartarik 🔉  

τρυγικός (ο) 🔉  
tartarik asit 🔉  

τρυγικό οξύ (το) 🔉  
tartı 🔉  

ζυγαριά (η) 🔉  
ζύγισμα (το) 🔉  
tartıcı 🔉  

ζυγιστής (ο) 🔉  
ζυγιστής/ζυγιστής (ο) 🔉  
tartıcılık 🔉  

ζυγιστική (η) 🔉  
επάγγελμα ζυγιστή (το) 🔉  
tartıl 🔉  

ζυγός (ο) 🔉  
tartılabilme 🔉  

δυνατότητα ζύγισης (η) 🔉  
tartılabilmek 🔉  

δύναμαι να ζυγιστώ 🔉  
δύναμαι να ζυγισθεί 🔉  
tartılı 🔉  

ζυγισμένος 🔉  
μετρημένος 🔉  
tartılış 🔉  

ζύγισμα (το) 🔉  
tartılma 🔉  

ζύγισμα (το) 🔉  
tartılmak 🔉  

ζυγίζομαι 🔉  
tartım 🔉  

ζύγιση (η) 🔉  
tartımlı 🔉  

με ζύγιση 🔉  
ζυγισμένος 🔉  
tartımsız 🔉  

χωρίς ζύγιση 🔉  
tartış 🔉  

συζήτηση (η) 🔉  
αντιπαράθεση (η) 🔉  
tartışabilme 🔉  

δυνατότητα συζήτησης (η) 🔉  
tartışabilmek 🔉  

δύναμαι να συζητήσω 🔉  
tartışılabilme 🔉  

δυνατότητα να συζητηθεί (η) 🔉  
tartışılabilmek 🔉  

δύναται να συζητηθεί 🔉  
tartışılma 🔉  

συζήτηση (η) 🔉  
tartışılmak 🔉  

συζητείται 🔉  
tartısız 🔉  

χωρίς ζυγαριά 🔉  
χωρίς ζύγισμα 🔉  
tartışma 🔉  

συζήτηση (η) 🔉  
διαμάχη (η) 🔉  
tartışmacı 🔉  

συζητητής (ο) 🔉  
πολεμιστής (ο) 🔉  
tartışmacılık 🔉  

διαλεκτική αντιπαράθεση (η) 🔉  
φιλονεικία (η) 🔉  
tartışmak 🔉  

συζητώ 🔉  
αντιπαρατίθεμαι 🔉  
διαφωνώ 🔉  
tartışmalı 🔉  

αμφισβητούμενος 🔉  
επίμαχος 🔉  
tartışmasız 🔉  

αναμφισβήτητος 🔉  
tartıştırma 🔉  

πρόκληση συζήτησης (η) 🔉  
tartıştırmak 🔉  

βάζω να συζητήσουν 🔉  
προκαλώ συζήτηση 🔉  
tartma 🔉  

ζύγισμα (το) 🔉  
ζύγιση (η) 🔉  
tartmak 🔉  

ζυγίζω 🔉  
σταθμίζω 🔉  
tarttırma 🔉  

ανάθεση ζύγισης (η) 🔉  
tarttırmak 🔉  

βάζω να ζυγίσουν 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱