Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
tat
🔉
γεύση (η)
🔉
νοστιμιά (η)
🔉
☆
tat
🔉
γεύση (η)
🔉
νοστιμιά (η)
🔉
☆
Tat
🔉
Τατ (ο)
🔉
☆
tat alma duyusu
🔉
αίσθηση της γεύσης (η)
🔉
☆
tat alma organı
🔉
γευστικό όργανο (το)
🔉
☆
tat duyusu
🔉
αίσθηση της γεύσης (η)
🔉
☆
tatar
🔉
ταχυδρόμος (ο)
🔉
αγγελιοφόρος (ο)
🔉
☆
Tatar
🔉
Τάταρος (ο)
🔉
Τατάρα (η)
🔉
☆
tatar ağası
🔉
αρχιταχυδρόμος (ο)
🔉
☆
tatar arabası
🔉
άμαξα ταχυδρόμου (η)
🔉
☆
Tatar böreği
🔉
ταταρικό πιροσκί (το)
🔉
☆
Tatar çorbası
🔉
ταταρική σούπα (η)
🔉
☆
Tatarca
🔉
ταταρική γλώσσα (η)
🔉
☆
tatarcık
🔉
σκνίπα (η)
🔉
☆
tatarcık humması
🔉
πυρετός από σκνίπες (ο)
🔉
☆
tatarı
🔉
ταταρικός
🔉
☆
Tatarlaşma
🔉
εκταταρισμός (ο)
🔉
☆
Tatarlaşmak
🔉
εκταταρίζομαι
🔉
☆
tatava
🔉
φλυαρία (η)
🔉
αερολογία (η)
🔉
☆
tatavacı
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
φλύαρη (η)
🔉
☆
tatavacılık
🔉
φλυαρία (η)
🔉
αερολογία (η)
🔉
☆
tatbik
🔉
εφαρμογή (η)
🔉
☆
tatbik imzası
🔉
υπογραφή εφαρμογής (η)
🔉
☆
tatbik mührü
🔉
σφραγίδα εφαρμογής (η)
🔉
☆
tatbikat
🔉
άσκηση (η)
🔉
εφαρμογή (η)
🔉
☆
tatbikatçı
🔉
ασκούμενος (ο)
🔉
εφαρμοστής (ο)
🔉
☆
tatbikî
🔉
εφαρμοστικός
🔉
☆
tatbilir
🔉
γευσιγνώστης (ο)
🔉
☆
tatil
🔉
άδεια (η)
🔉
διακοπές (οι)
🔉
αργία (η)
🔉
☆
tatil köyü
🔉
τουριστικό χωριό (το)
🔉
☆
tatilci
🔉
παραθεριστής (ο)
🔉
παραθερίστρια (η)
🔉
☆
tatilcilik
🔉
παραθερισμός (ο)
🔉
☆
tatlandırabilme
🔉
δυνατότητα γλύκανσης (η)
🔉
δυνατότητα αρωματισμού (η)
🔉
☆
tatlandırabilmek
🔉
δύναμαι να γλυκάνω
🔉
δύναμαι να αρωματίσω
🔉
☆
tatlandırıcı
🔉
γλυκαντικό (το)
🔉
αρωματική ύλη (η)
🔉
☆
tatlandırıcılı
🔉
με γλυκαντικό
🔉
με αρωματική ύλη
🔉
☆
tatlandırma
🔉
γλύκανση (η)
🔉
αρωματισμός (ο)
🔉
☆
tatlandırmak
🔉
γλυκαίνω
🔉
αρωματίζω
🔉
☆
tatlanma
🔉
γλύκανση (η)
🔉
☆
tatlanmak
🔉
γλυκαίνομαι
🔉
☆
tatlı
🔉
γλυκό (το)
🔉
γλυκός
🔉
ήπιος
🔉
☆
tatlı badem
🔉
γλυκό αμύγδαλο (το)
🔉
☆
tatlı bela
🔉
γλυκό βάσανο (το)
🔉
☆
tatlı dil
🔉
γλυκός λόγος (ο)
🔉
☆
tatlı dilli
🔉
γλυκομίλητος
🔉
☆
tatlı dillilik
🔉
γλυκομιλία (η)
🔉
☆
tatlı kaçık
🔉
χαριτωμένα τρελός
🔉
☆
tatlı kaşığı
🔉
κουταλάκι του γλυκού (το)
🔉
☆
tatlı limon
🔉
γλυκολέμονο (το)
🔉
☆
tatlı sert
🔉
ήπια αυστηρός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱