Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
temiz
🔉
καθαρός
🔉
άμεμπτος
🔉
αγνός
🔉
☆
temiz kâğıdı
🔉
καθαρό χαρτί (το)
🔉
λευκό χαρτί (το)
🔉
☆
temiz kalpli
🔉
καθαρόκαρδος
🔉
αγαθόκαρδος
🔉
☆
temiz kalplilik
🔉
καθαροκαρδία (η)
🔉
αγαθοκαρδία (η)
🔉
☆
temiz kan
🔉
καθαρό αίμα (το)
🔉
☆
temiz pak
🔉
πεντακάθαρος
🔉
ολοκάθαρος
🔉
☆
temiz para
🔉
καθαρό χρήμα (το)
🔉
νόμιμο χρήμα (το)
🔉
☆
temiz raporu
🔉
πιστοποιητικό καθαρότητας (το)
🔉
ιατρική βεβαίωση (η)
🔉
☆
temiz yürekli
🔉
καθαρόψυχος
🔉
αγνός
🔉
☆
temiz yüreklilik
🔉
καθαροψυχία (η)
🔉
αγνότητα (η)
🔉
☆
temizce
🔉
καθαρά
🔉
ευπρεπώς
🔉
☆
temizleme
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εκκαθάριση (η)
🔉
☆
temizlemeci
🔉
καθαριστής (ο)
🔉
καθαρίστρια (η)
🔉
☆
temizlemecilik
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
επάγγελμα καθαριστή (το)
🔉
☆
temizlemek
🔉
καθαρίζω
🔉
εξαγνίζω
🔉
εκκαθαρίζω
🔉
☆
temizlenebilme
🔉
δυνατότητα καθαρισμού (η)
🔉
☆
temizlenebilmek
🔉
μπορώ να καθαριστώ
🔉
μπορώ να καθαριστεί
🔉
☆
temizleniş
🔉
καθάρισμα (το)
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
☆
temizlenme
🔉
καθάρισμα (το)
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
☆
temizlenmek
🔉
καθαρίζομαι
🔉
καθαρίζεται
🔉
☆
temizletebilme
🔉
δυνατότητα να καθαριστεί (η)
🔉
δυνατότητα ανάθεσης καθαρισμού (η)
🔉
☆
temizletebilmek
🔉
μπορώ να το/τον/την καθαρίσω
🔉
μπορώ να το καθαρίσω σε άλλον
🔉
☆
temizletme
🔉
ανάθεση καθαρισμού (η)
🔉
καθάρισμα (το)
🔉
☆
temizletmek
🔉
βάζω να καθαρίσουν
🔉
αναθέτω καθαρισμό
🔉
☆
temizlettirme
🔉
επαναναθέση καθαρισμού (η)
🔉
πρόκληση να ανατεθεί καθαρισμός (η)
🔉
☆
temizlettirmek
🔉
βάζω να το καθαρίσουν (μέσω άλλου)
🔉
προκαλώ να ανατεθεί καθαρισμός
🔉
☆
temizleyebilme
🔉
δυνατότητα καθαρισμού (η)
🔉
☆
temizleyebilmek
🔉
μπορώ να καθαρίσω
🔉
☆
temizleyici
🔉
καθαριστικό (το)
🔉
καθαριστής (ο)
🔉
☆
temizleyicilik
🔉
καθαριστική ιδιότητα (η)
🔉
επάγγελμα καθαριστή (το)
🔉
☆
temizleyiş
🔉
καθάρισμα (το)
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
☆
temizlik
🔉
καθαριότητα (η)
🔉
καθαρότητα (η)
🔉
☆
temizlik malzemesi
🔉
υλικό καθαρισμού (το)
🔉
καθαριστικά (τα)
🔉
☆
temizlikçi
🔉
καθαριστής (ο)
🔉
καθαρίστρια (η)
🔉
☆
temizlikçi kadın
🔉
καθαρίστρια (η)
🔉
☆
temizlikçilik
🔉
επάγγελμα καθαριστή (το)
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱