Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
toka
🔉
πόρπη (η)
🔉
αγκράφα (η)
🔉
☆
tokaç
🔉
κόπανος (ο)
🔉
ξύλινος κόπανος (ο)
🔉
☆
tokaçlama
🔉
κοπάνισμα (το)
🔉
☆
tokaçlamak
🔉
κοπανίζω
🔉
☆
tokaçlanma
🔉
κοπάνισμα (το)
🔉
☆
tokaçlanmak
🔉
κοπανίζομαι
🔉
☆
tokalaşabilme
🔉
δυνατότητα χειραψίας (η)
🔉
☆
tokalaşabilmek
🔉
μπορώ να δώσω χειραψία
🔉
☆
tokalaşma
🔉
χειραψία (η)
🔉
☆
tokalaşmak
🔉
δίνω χειραψία
🔉
σφίγγω το χέρι
🔉
☆
tokalı
🔉
με πόρπη
🔉
με αγκράφα
🔉
☆
tokasız
🔉
χωρίς πόρπη
🔉
χωρίς αγκράφα
🔉
☆
tokat
🔉
χαστούκι (το)
🔉
σφαλιάρα (η)
🔉
☆
Tokat
🔉
Τοκάτ (το)
🔉
☆
tokat arsızı
🔉
θρασύς που τρώει χαστούκια
🔉
αναίσχυντος
🔉
☆
Tokat kebabı
🔉
κεμπάπ Τοκάτ (το)
🔉
☆
tokatçı
🔉
χαστουκιστής (ο)
🔉
☆
tokatçılık
🔉
χαστουκισμός (ο)
🔉
☆
tokatlama
🔉
χαστούκισμα (το)
🔉
☆
tokatlamak
🔉
χαστουκίζω
🔉
σφαλιαρίζω
🔉
☆
tokatlanma
🔉
χαστούκισμα (το)
🔉
☆
tokatlanmak
🔉
χαστουκίζομαι
🔉
τρώω χαστούκι
🔉
☆
tokatlatma
🔉
πρόκληση χαστουκίσματος (η)
🔉
☆
tokatlatmak
🔉
βάζω να χαστουκίσουν
🔉
προκαλώ να φάει χαστούκι
🔉
☆
tokatlayabilme
🔉
δυνατότητα να χαστουκίσει (η)
🔉
☆
tokatlayabilmek
🔉
μπορώ να χαστουκίσω
🔉
☆
Tokatlı
🔉
Τοκατιανός (ο)
🔉
Τοκατιανή (η)
🔉
☆
Tokatlılık
🔉
καταγωγή από το Τοκάτ (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱