Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
üç
🔉
τρία
🔉
uç
🔉
άκρο (το)
🔉
άκρη (η)
🔉
αιχμή (η)
🔉
üç adım
🔉
τρία βήματα (τα)
🔉
üç adım atlama
🔉
τριπλούν (το)
🔉
üç aylar
🔉
οι τρεις ιεροί μήνες (οι)
🔉
üç aylık
🔉
τρίμηνος
🔉
τριμηνιαίος
🔉
üç başlı
🔉
τρίκεφαλος
🔉
üç beş
🔉
τρία-πέντε
🔉
λίγα
🔉
üç beyaz
🔉
τα τρία λευκά (τα)
🔉
uç beyi
🔉
ακρίτης άρχοντας (ο)
🔉
μπέης των συνόρων (ο)
🔉
uç beyliği
🔉
ακρίτικο μπέηλικ (το)
🔉
ηγεμονία των συνόρων (η)
🔉
üç bir
🔉
τρία προς ένα
🔉
üç birlik kuralı
🔉
κανόνας των τριών (ο)
🔉
üç boyutlu
🔉
τρισδιάστατος
🔉
üç boyutlu film
🔉
τρισδιάστατη ταινία (η)
🔉
üç boyutluluk
🔉
τρισδιάστατοτητα (η)
🔉
üç buçuk
🔉
τριάμισι
🔉
üç buutlu
🔉
τρισδιάστατος
🔉
üç durum yasası
🔉
νόμος των τριών καταστάσεων (ο)
🔉
üç düzlemli
🔉
τριεπίπεδος
🔉
üç etek
🔉
τρίφυλλη φούστα (η)
🔉
üç hâl kanunu
🔉
νόμος των τριών καταστάσεων (ο)
🔉
üç iki
🔉
τρία-δύο
🔉
üç katlı
🔉
τριώροφος
🔉
üç nokta
🔉
αποσιωπητικά (τα)
🔉
üç otuzunda
🔉
τριάντα τριών ετών
🔉
üç parmaklı
🔉
τρίδακτυλος
🔉
uç uca
🔉
άκρη με άκρη
🔉
σε επαφή άκρων
🔉
uca
🔉
άκρο (το)
🔉
άκρη (η)
🔉
uçabilme
🔉
δυνατότητα πτήσης (η)
🔉
uçabilmek
🔉
μπορώ να πετάξω
🔉
uçak
🔉
αεροπλάνο (το)
🔉
uçaklı
🔉
με αεροπλάνο
🔉
αεροπορικός
🔉
uçaksavar
🔉
αντιαεροπορικό (το)
🔉
αντιαεροπορικό πυροβόλο (το)
🔉
uçaksız
🔉
χωρίς αεροπλάνο
🔉
uçan daire
🔉
ιπτάμενος δίσκος (ο)
🔉
uçan top
🔉
ιπτάμενη μπάλα (η)
🔉
uçankale
🔉
ιπτάμενο κάστρο (το)
🔉
uçar
🔉
ιπτάμενος
🔉
πτητικός
🔉
uçar kefal
🔉
κέφαλος ιπτάμενος (ο)
🔉
uçarı
🔉
επιπόλαιος
🔉
ελαφρόμυαλος
🔉
uçarıca
🔉
επιπόλαια
🔉
ελαφρόμυαλα
🔉
uçarılık
🔉
επιπολαιότητα (η)
🔉
ελαφρομυαλιά (η)
🔉
üçayak
🔉
τρίποδας (ο)
🔉
üçbudak
🔉
τρίκλαδος (ο)
🔉
üççatal
🔉
τρίαινα (η)
🔉
üççeyrek
🔉
τρία τέταρτα (τα)
🔉
üçer
🔉
από τρία
🔉
τριάδες
🔉
üçer beşer
🔉
ανά τρία και πέντε
🔉
λίγοι λίγοι
🔉
üçerli
🔉
τριαδικός
🔉
ανά τρία
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱