Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆ur 🔉  

όγκος (ο) 🔉  
καρκίνος (ο) 🔉  
☆ur kaplama 🔉  

επικάλυψη όγκου (η) 🔉  
☆urağan 🔉  

στάσιμος 🔉  
αδρανής 🔉  
☆Ural 🔉  

Altay - Ουραλοαλταϊκός 🔉  
☆Ural dilleri 🔉  

ουραλικές γλώσσες (οι) 🔉  
☆uran 🔉  

ουράνιο (το) 🔉  
☆Uranüs 🔉  

Ουρανός (ο) 🔉  
☆uranyum 🔉  

ουράνιο (το) 🔉  
☆uranyumlu 🔉  

ουρανιούχος 🔉  
☆ürat 🔉  

ουρικό οξύ (το) 🔉  
☆uray 🔉  

τύχη (η) 🔉  
μοίρα (η) 🔉  
☆urba 🔉  

ένδυμα (το) 🔉  
ρούχο (το) 🔉  
☆urbalı 🔉  

καλοντυμένος 🔉  
☆Urban 🔉  

Ουρμπάν (ο) 🔉  
☆urbanizm 🔉  

ουρμπανισμός (ο) 🔉  
☆urbasız 🔉  

γυμνός 🔉  
ξεβράκωτος 🔉  
☆urbasızlık 🔉  

γυμνότητα (η) 🔉  
ένδεια ενδυμάτων (η) 🔉  
☆Urduca 🔉  

ουρντού (τα) 🔉  
☆Ürdünlü 🔉  

Ιορδανός 🔉  
Ιορδανή 🔉  
☆üre 🔉  

ουρία (η) 🔉  
☆ürem 🔉  

ουρία (η) 🔉  
☆üreme 🔉  

αναπαραγωγή (η) 🔉  
☆üreme organları 🔉  

αναπαραγωγικά όργανα (τα) 🔉  
☆üremek 🔉  

αναπαράγομαι 🔉  
πολλαπλασιάζομαι 🔉  
☆üremi 🔉  

ουραιμία (η) 🔉  
☆üremik 🔉  

ουραιμικός 🔉  
☆üremsel 🔉  

ουραιμικός 🔉  
☆üretebilme 🔉  

δυνατότητα παραγωγής (η) 🔉  
☆üretebilmek 🔉  

μπορώ να παράγω 🔉  
☆üreteç 🔉  

γεννήτρια (η) 🔉  
☆üretici 🔉  

παραγωγός (ο) 🔉  
παραγωγικός 🔉  
☆üretici alan 🔉  

παραγωγικός τομέας (ο) 🔉  
☆üretici olmayan alan 🔉  

μη παραγωγικός τομέας (ο) 🔉  
☆üreticilik 🔉  

παραγωγικότητα (η) 🔉  
παραγωγή (η) 🔉  
☆üretilebilme 🔉  

δυνατότητα παραγωγής (η) 🔉  
☆üretilebilmek 🔉  

μπορώ να παραχθώ 🔉  
μπορώ να παραχθεί 🔉  
☆üretiliş 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
τρόπος παραγωγής (ο) 🔉  
☆üretilme 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
☆üretilmek 🔉  

παράγομαι 🔉  
☆üretim 🔉  

παραγωγή (η) 🔉  
☆üretim araçları 🔉  

μέσα παραγωγής (τα) 🔉  
☆üretim artığı 🔉  

πλεόνασμα παραγωγής (το) 🔉  
☆üretim bandı 🔉  

γραμμή παραγωγής (η) 🔉  
☆üretim biçimi 🔉  

τρόπος παραγωγής (ο) 🔉  
☆üretim güçleri 🔉  

παραγωγικές δυνάμεις (οι) 🔉  
☆üretim ilişkileri 🔉  

σχέσεις παραγωγής (οι) 🔉  
☆üretim kooperatifi 🔉  

παραγωγικός συνεταιρισμός (ο) 🔉  
☆üretimevi 🔉  

εργαστήριο παραγωγής (το) 🔉  
μονάδα παραγωγής (η) 🔉  
☆üretimlik 🔉  

παραγωγικός 🔉  
κατάλληλος για παραγωγή 🔉  
☆üretimsel 🔉  

παραγωγικός 🔉  
της παραγωγής 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱