Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
uzun
🔉
μακρύς
🔉
μακρόχρονος
🔉
☆
uzun araç
🔉
μακρύ όχημα (το)
🔉
☆
uzun atlama
🔉
άλμα εις μήκος (το)
🔉
☆
uzun bacaklılar
🔉
μακροπόδαρα (τα)
🔉
☆
uzun boylu
🔉
ψηλός
🔉
μεγαλόσωμος
🔉
☆
uzun boyluluk
🔉
ψηλό ανάστημα (το)
🔉
υψηλόσωμη διάπλαση (η)
🔉
☆
uzun çizgi
🔉
παύλα (η)
🔉
μακρά παύλα (η)
🔉
☆
uzun dalga
🔉
μακρό κύμα (το)
🔉
μακρά κύματα (τα)
🔉
☆
uzun diş
🔉
μακρύ δόντι (το)
🔉
☆
uzun dişli
🔉
με μακριά δόντια
🔉
☆
uzun etek
🔉
μακριά φούστα (η)
🔉
☆
uzun far
🔉
μεγάλη σκάλα φώτων (η)
🔉
μεγάλα φώτα (τα)
🔉
☆
uzun hava
🔉
μακρόσυρτο τραγούδι (το)
🔉
☆
uzun hayvan
🔉
μακρόστενο ζώο (το)
🔉
☆
uzun hece
🔉
μακρά συλλαβή (η)
🔉
☆
uzun hikâye
🔉
μακρά ιστορία (η)
🔉
☆
uzun kafalı
🔉
μακροκέφαλος
🔉
☆
uzun kulaklı
🔉
μακρυάυτος
🔉
☆
uzun levrek
🔉
μακρύ λαβράκι (το)
🔉
☆
uzun ömürlü
🔉
μακρόβιος
🔉
☆
uzun ömürlülük
🔉
μακροβιότητα (η)
🔉
☆
uzun öykü
🔉
νουβέλα (η)
🔉
εκτενές διήγημα (το)
🔉
☆
uzun sesli
🔉
με μακρό φωνήεν
🔉
☆
uzun ünlü
🔉
μακρό φωνήεν (το)
🔉
☆
uzun uzadıya
🔉
εκτενώς
🔉
αναλυτικά
🔉
☆
uzun uzun
🔉
επί μακρόν
🔉
πολλή ώρα
🔉
☆
uzun vadeli
🔉
μακροπρόθεσμος
🔉
☆
uzun vadelilik
🔉
μακροπροθεσμία (η)
🔉
μακροπρόθεσμος χαρακτήρας (ο)
🔉
☆
uzun vokal
🔉
μακρό φωνήεν (το)
🔉
☆
uzun yol şoförü
🔉
οδηγός μεγάλων αποστάσεων (ο)
🔉
☆
uzun yol sürücülüğü
🔉
οδήγηση μεγάλων αποστάσεων (η)
🔉
επάγγελμα οδηγού μεγάλων αποστάσεων (το)
🔉
☆
uzun yol sürücüsü
🔉
οδηγός μεγάλων αποστάσεων (ο)
🔉
☆
üzünç
🔉
λύπη (η)
🔉
θλίψη (η)
🔉
☆
uzunca
🔉
αρκετά μακρύς
🔉
κάπως μακρύς
🔉
☆
uzunçalar
🔉
μακρόπαικτος δίσκος (ο)
🔉
LP (το)
🔉
☆
üzünçlü
🔉
λυπημένος
🔉
θλιμμένος
🔉
☆
Uzundere
🔉
Ουζουνντερέ (το)
🔉
☆
uzuneşek
🔉
μακρύς γάιδαρος (ο)
🔉
☆
Uzunköprü
🔉
Ουζούνκιοπρου (το)
🔉
☆
uzunkuyruk
🔉
μακρυουράς
🔉
☆
uzunlamasına
🔉
κατά μήκος
🔉
διαμήκως
🔉
☆
uzunluk
🔉
μήκος (το)
🔉
μακρότητα (η)
🔉
☆
uzunluk ölçüsü
🔉
μέτρο μήκους (το)
🔉
☆
üzüntü
🔉
λύπη (η)
🔉
θλίψη (η)
🔉
στενοχώρια (η)
🔉
☆
üzüntülü
🔉
λυπημένος
🔉
θλιμμένος
🔉
στενοχωρημένος
🔉
☆
üzüntüsüz
🔉
χωρίς λύπη
🔉
ανέμελος
🔉
☆
üzüntüsüzlük
🔉
απουσία λύπης (η)
🔉
ανεμελιά (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱