Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ve
🔉
και
🔉
ve benzeri
🔉
και τα παρόμοια
🔉
ve diğerleri
🔉
και οι λοιποί
🔉
veba
🔉
πανούκλα (η)
🔉
vebal
🔉
ευθύνη (η)
🔉
αμάρτημα (το)
🔉
vebalı
🔉
υπεύθυνος
🔉
ένοχος
🔉
veca
🔉
πόνος (ο)
🔉
veçhe
🔉
όψη (η)
🔉
πλευρά (η)
🔉
veçhişebeh
🔉
ομοιότητα (η)
🔉
vecibe
🔉
υποχρέωση (η)
🔉
καθήκον (το)
🔉
vecih
🔉
πρόσωπο (το)
🔉
όψη (η)
🔉
veciz
🔉
λακωνικός
🔉
επιγραμματικός
🔉
vecize
🔉
απόφθεγμα (το)
🔉
ρήση (η)
🔉
vecizlik
🔉
λακωνικότητα (η)
🔉
vect
🔉
έκσταση (η)
🔉
vectli
🔉
εκστατικός
🔉
veda
🔉
αποχαιρετισμός (ο)
🔉
vedalaşabilme
🔉
δυνατότητα αποχαιρετισμού (η)
🔉
vedalaşabilmek
🔉
μπορώ να αποχαιρετήσω
🔉
vedalaşma
🔉
αποχαιρετισμός (ο)
🔉
vedalaşmak
🔉
αποχαιρετώ
🔉
vedia
🔉
παρακαταθήκη (η)
🔉
vefa
🔉
πίστη (η)
🔉
αφοσίωση (η)
🔉
vefakâr
🔉
πιστός
🔉
αφοσιωμένος
🔉
vefakârlık
🔉
πίστη (η)
🔉
αφοσίωση (η)
🔉
vefalı
🔉
πιστός
🔉
αφοσιωμένος
🔉
vefalılık
🔉
πίστη (η)
🔉
αφοσίωση (η)
🔉
vefasız
🔉
άπιστος
🔉
αχάριστος
🔉
vefasızca
🔉
άπιστα
🔉
αχάριστα
🔉
vefasızlık
🔉
απιστία (η)
🔉
αχαριστία (η)
🔉
vefat
🔉
θάνατος (ο)
🔉
vefat ilmühaberi
🔉
ληξιαρχική πράξη θανάτου (η)
🔉
vehim
🔉
ψευδαίσθηση (η)
🔉
φόβος (ο)
🔉
εμμονή (η)
🔉
vehimli
🔉
φοβισμένος
🔉
επιρρεπής σε ψευδαισθήσεις
🔉
vehleten
🔉
αμέσως
🔉
ευθύς
🔉
vehmetme
🔉
εσφαλμένη εντύπωση (η)
🔉
ψευδαίσθηση (η)
🔉
vehmetmek
🔉
φαντάζομαι
🔉
παρερμηνεύω
🔉
vehmettirme
🔉
πρόκληση ψευδαίσθησης (η)
🔉
vehmettirmek
🔉
κάνω να φανταστεί
🔉
παραπλανώ
🔉
vejetalin
🔉
βεζεταλίνη (η)
🔉
vejetalizm
🔉
βεζεταλισμός (ο)
🔉
vejetarizm
🔉
χορτοφαγία (η)
🔉
βετζεταριανισμός (ο)
🔉
vejetaryen
🔉
χορτοφάγος
🔉
βετζετάριος
🔉
vejetaryenlik
🔉
χορτοφαγία (η)
🔉
βετζεταριανισμός (ο)
🔉
vejetasyon
🔉
βλάστηση (η)
🔉
φυτοκάλυψη (η)
🔉
vekâlet
🔉
πληρεξουσιότητα (η)
🔉
εντολή (η)
🔉
vekâlet ücreti
🔉
αμοιβή πληρεξουσίου (η)
🔉
vekâleten
🔉
ως πληρεξούσιος
🔉
κατ’ εντολήν
🔉
vekâleten atama
🔉
προσωρινός διορισμός (ο)
🔉
vekâleten atamak
🔉
διορίζω προσωρινά
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱