Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆yön 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
φορά (η) 🔉  
☆yön belirteci 🔉  

επιρρηματικός προσδιορισμός κατεύθυνσης (ο) 🔉  
☆yön eki 🔉  

επίθημα κατεύθυνσης (το) 🔉  
☆yön gösterme eki 🔉  

επίθημα κατεύθυνσης (το) 🔉  
☆yön zarfı 🔉  

επίρρημα κατεύθυνσης (το) 🔉  
☆yönbul 🔉  

πυξίδα (η) 🔉  
☆yonca 🔉  

τριφύλλι (το) 🔉  
☆yonca yaprağı 🔉  

φύλλο τριφυλλιού (το) 🔉  
☆yoncalık 🔉  

τριφυλλώνας (ο) 🔉  
τριφυλλοχώραφο (το) 🔉  
☆yönder 🔉  

οδηγός (ο) 🔉  
καθοδηγητής (ο) 🔉  
☆yöndeş 🔉  

αντίστοιχος 🔉  
ομόλογος 🔉  
☆yöndeş açılar 🔉  

αντίστοιχες γωνίες (η) 🔉  
☆yöndeşlik 🔉  

αντιστοιχία (η) 🔉  
☆yönelebilme 🔉  

δυνατότητα προσανατολισμού (η) 🔉  
δυνατότητα στροφής (η) 🔉  
☆yönelebilmek 🔉  

μπορώ να στραφώ 🔉  
μπορώ να προσανατολιστώ 🔉  
☆yönelik 🔉  

σχετικός 🔉  
προς 🔉  
κατευθυνόμενος 🔉  
☆yönelim 🔉  

προσανατολισμός (ο) 🔉  
τάση (η) 🔉  
☆yöneliş 🔉  

στροφή (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yönelme 🔉  

στροφή (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yönelme durumu 🔉  

δοτική (η) 🔉  
☆yönelme hâli 🔉  

δοτική (η) 🔉  
☆yönelmek 🔉  

στρέφομαι 🔉  
προσανατολίζομαι 🔉  
κατευθύνομαι 🔉  
☆yönelmeli 🔉  

με δοτική 🔉  
δοτικοποιημένος 🔉  
☆yönelmeli tümleç 🔉  

δοτική συμπλήρωση (η) 🔉  
δοτικό συμπλήρωμα (το) 🔉  
☆yöneltebilme 🔉  

δυνατότητα κατεύθυνσης (η) 🔉  
δυνατότητα προσανατολισμού (η) 🔉  
☆yöneltebilmek 🔉  

μπορώ να κατευθύνω 🔉  
μπορώ να προσανατολίσω 🔉  
☆yönelteç 🔉  

κατευθυντήρας (ο) 🔉  
οδηγός (ο) 🔉  
☆yöneltiliş 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yöneltilme 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yöneltilmek 🔉  

κατευθύνομαι 🔉  
προσανατολίζομαι 🔉  
☆yöneltim 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yöneltiş 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yöneltme 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
προσανατολισμός (ο) 🔉  
☆yöneltmek 🔉  

κατευθύνω 🔉  
προσανατολίζω 🔉  
☆yönerge 🔉  

οδηγία (η) 🔉  
κανονιστική οδηγία (η) 🔉  
☆yönetebilme 🔉  

δυνατότητα διοίκησης (η) 🔉  
δυνατότητα διαχείρισης (η) 🔉  
☆yönetebilmek 🔉  

μπορώ να διοικήσω 🔉  
μπορώ να διαχειριστώ 🔉  
☆yönetici 🔉  

διευθυντής (ο) 🔉  
διοικητής (ο) 🔉  
διαχειριστής (ο) 🔉  
☆yönetici asistanı 🔉  

βοηθός διευθυντή (ο) 🔉  
βοηθός διοίκησης (ο) 🔉  
☆yönetici özeti 🔉  

εκτελεστική σύνοψη (η) 🔉  
☆yöneticilik 🔉  

διεύθυνση (η) 🔉  
διοίκηση (η) 🔉  
διαχείριση (η) 🔉  
☆yönetilebilme 🔉  

δυνατότητα διοίκησης (η) 🔉  
δυνατότητα διαχείρισης (η) 🔉  
☆yönetilebilmek 🔉  

μπορώ να διοικηθώ 🔉  
μπορώ να διαχειριστώ 🔉  
☆yönetilme 🔉  

διοίκηση (η) 🔉  
διαχείριση (η) 🔉  
☆yönetilmek 🔉  

διοικούμαι 🔉  
διαχειρίζομαι 🔉  
☆yönetim 🔉  

διοίκηση (η) 🔉  
διαχείριση (η) 🔉  
☆yönetim gideri 🔉  

διοικητικό έξοδο (το) 🔉  
έξοδο διοίκησης (το) 🔉  
☆yönetim kurulu 🔉  

διοικητικό συμβούλιο (το) 🔉  
☆yönetim yeri 🔉  

έδρα διοίκησης (η) 🔉  
διοικητήριο (το) 🔉  
☆yönetimsel 🔉  

διοικητικός 🔉  
διαχειριστικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱