Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆yüz 🔉  

πρόσωπο (το) 🔉  
όψη (η) 🔉  
επιφάνεια (η) 🔉  
εκατό (τα) 🔉  
☆yüz akı 🔉  

τιμή (η) 🔉  
υπόληψη (η) 🔉  
καλή φήμη (η) 🔉  
☆yüz aklığı 🔉  

τιμή (η) 🔉  
υπόληψη (η) 🔉  
καλή φήμη (η) 🔉  
☆yüz binlerce 🔉  

εκατοντάδες χιλιάδες 🔉  
☆yüz binlik 🔉  

των εκατό χιλιάδων (ο) 🔉  
εκατοντάχιλο (το) 🔉  
☆yüz görümlüğü 🔉  

δώρο αρραβώνα (το) 🔉  
δώρο νυφικό (το) 🔉  
☆yüz göz 🔉  

πρόσωπο με πρόσωπο 🔉  
κατά πρόσωπο 🔉  
☆yüz havlusu 🔉  

πετσέτα προσώπου (η) 🔉  
☆yüz kalıbı 🔉  

εκμαγείο προσώπου (το) 🔉  
☆yüz kaplama 🔉  

επένδυση επιφάνειας (η) 🔉  
επικάλυψη (η) 🔉  
☆yüz karası 🔉  

ντροπή (η) 🔉  
όνειδος (το) 🔉  
☆yüz kere 🔉  

εκατό φορές 🔉  
☆yüz kiri 🔉  

ρύπος (ο) του προσώπου 🔉  
ντροπή (η) 🔉  
☆yüz kızartıcı suç 🔉  

ατιμωτικό έγκλημα (το) 🔉  
☆yüz ölçümü 🔉  

εμβαδόν (το) 🔉  
επιφάνεια (η) 🔉  
☆yüz para 🔉  

εκατό παράδες (οι) 🔉  
☆yüz sabunu 🔉  

σαπούνι προσώπου (το) 🔉  
☆yüz yazısı 🔉  

φυσιογνωμία (η) 🔉  
έκφραση προσώπου (η) 🔉  
☆yüz yüze 🔉  

πρόσωπο με πρόσωπο 🔉  
κατ’ ιδίαν 🔉  
☆yüzbaşı 🔉  

λοχαγός (ο) 🔉  
☆yüzbaşılık 🔉  

βαθμός λοχαγού (ο) 🔉  
λοχαγία (η) 🔉  
☆yüzbeşlik 🔉  

των εκατό πέντε (ο) 🔉  
εκατονταπεντάρι (το) 🔉  
☆yüzbeyüz 🔉  

πρόσωπο με πρόσωπο 🔉  
κατ’ ιδίαν 🔉  
απευθείας 🔉  
☆yüzde 🔉  

τοις εκατό 🔉  
ποσοστό (το) 🔉  
☆yüzde işareti 🔉  

σύμβολο τοις εκατό (το) 🔉  
☆yüzde yüz 🔉  

εκατό τοις εκατό 🔉  
απολύτως 🔉  
☆yüzdeci 🔉  

ποσοστολόγος (ο) 🔉  
τοκογλύφος (ο) 🔉  
☆yüzdelik 🔉  

ποσοστιαίος 🔉  
ποσοστό (το) 🔉  
☆yüzdürebilme 🔉  

δυνατότητα να επιπλεύσει (η) 🔉  
δυνατότητα να κάνει να επιπλεύσει (η) 🔉  
☆yüzdürebilmek 🔉  

μπορώ να κάνω να επιπλεύσει 🔉  
μπορώ να κρατήσω στην επιφάνεια 🔉  
☆yüzdürme 🔉  

επίπλευση (η) 🔉  
πλεύση (η) 🔉  
☆yüzdürmek 🔉  

κάνω να επιπλέει 🔉  
κρατώ στην επιφάνεια 🔉  
ρυμουλκώ πλωτά 🔉  
☆yüzdürülme 🔉  

επίπλευση (η) 🔉  
ρυμούλκηση (η) 🔉  
☆yüzdürülmek 🔉  

επιπλέω 🔉  
ρυμουλκούμαι 🔉  
☆yüze gülücü 🔉  

υποκριτικά χαμογελαστός 🔉  
μειδιών 🔉  
☆yüze gülücülük 🔉  

υποκριτικό χαμόγελο (το) 🔉  
προσποιητή ευγένεια (η) 🔉  
☆yüze soğurma 🔉  

απορρόφηση στην επιφάνεια (η) 🔉  
☆yüzebilme 🔉  

δυνατότητα κολύμβησης (η) 🔉  
☆yüzebilmek 🔉  

μπορώ να κολυμπήσω 🔉  
☆yüzer 🔉  

πλωτός 🔉  
επιπλέων 🔉  
☆yüzer ev 🔉  

πλωτό σπίτι (το) 🔉  
☆yüzer havuz 🔉  

πλωτή δεξαμενή (η) 🔉  
πλωτή πισίνα (η) 🔉  
☆yüzer top 🔉  

πλωτή σφαίρα (η) 🔉  
πλωτή μπάλα (η) 🔉  
☆yüzergezer 🔉  

πλωτός και κινητός 🔉  
περιπλανώμενος 🔉  
☆yüzerli 🔉  

πλωτός 🔉  
επιπλέων 🔉  
☆yüzerlik 🔉  

πλευστότητα (η) 🔉  
☆yüzey 🔉  

επιφάνεια (η) 🔉  
επίπεδο (το) 🔉  
☆yüzey araştırması 🔉  

επιφανειακή έρευνα (η) 🔉  
☆yüzey bilimci 🔉  

επιφανειολόγος (ο) 🔉  
☆yüzey bilimi 🔉  

επιφανειολογία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱