Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
yıl
🔉
έτος (το)
🔉
χρόνος (ο)
🔉
☆
yıl dönümü
🔉
επέτειος (η)
🔉
☆
yıl halkası
🔉
ετήσιος δακτύλιος (ο)
🔉
δακτύλιος αύξησης (ο)
🔉
☆
yılan
🔉
φίδι (το)
🔉
όφις (ο)
🔉
☆
yılan balığı
🔉
χέλι (το)
🔉
☆
yılan balığıgiller
🔉
χελόμορφα (τα)
🔉
☆
yılan çiçeği
🔉
δράκοντιο (το)
🔉
αροειδές (το)
🔉
☆
yılan çıyan
🔉
φίδια και σκορπιοί (τα)
🔉
☆
yılan derisi
🔉
δέρμα φιδιού (το)
🔉
☆
yılan gömleği
🔉
εκδύμα φιδιού (το)
🔉
δέρμα αποβολής (το)
🔉
☆
yılan hikâyesi
🔉
ατελείωτη ιστορία (η)
🔉
☆
yılan kavı
🔉
οφιομύκητας (ο)
🔉
☆
yılan taşı
🔉
οφίτης (ο)
🔉
λίθος φιδιού (ο)
🔉
☆
yılanbaşı
🔉
κεφαλή φιδιού (η)
🔉
οφιόκεφαλος (ο)
🔉
☆
yılancı
🔉
φιδάς (ο)
🔉
οφιοδαμαστής (ο)
🔉
☆
yılancık
🔉
μικρό φίδι (το)
🔉
☆
yılancıl
🔉
οφιώδης
🔉
☆
yılancılık
🔉
οφιοθηρία (η)
🔉
επάγγελμα φιδά (το)
🔉
☆
yılandili
🔉
οφιόγλωσσο (το)
🔉
☆
yılaniğnesi
🔉
οφιόβελο (το)
🔉
☆
yılankavi
🔉
οφιοειδής
🔉
☆
yılankemiği
🔉
οστό φιδιού (το)
🔉
☆
yılanlı
🔉
με φίδια
🔉
φιδίσιος
🔉
☆
yılansız
🔉
χωρίς φίδια
🔉
☆
yılanyastığı
🔉
αρονία (η)
🔉
άρον (το)
🔉
☆
yılanyastığıgiller
🔉
αροειδή (τα)
🔉
☆
yılaşırı
🔉
υπερβολικός
🔉
υπέρμετρος
🔉
☆
yılbaşı
🔉
Πρωτοχρονιά (η)
🔉
αρχή του έτους (η)
🔉
☆
yıldan yıla
🔉
από χρόνο σε χρόνο
🔉
κατ’ έτος
🔉
☆
yıldır yıldır
🔉
αστραποβρόντημα (το)
🔉
αστραπές συνεχείς (οι)
🔉
☆
yıldırabilme
🔉
δυνατότητα να εκφοβίζει (η)
🔉
☆
yıldırabilmek
🔉
εκφοβίζω
🔉
τρομοκρατώ
🔉
☆
yıldırak
🔉
αστραπή (η)
🔉
κεραυνός (ο)
🔉
☆
Yıldırak
🔉
Γιλντιράκ (κύρ. όν.)
🔉
☆
yıldırama
🔉
εκφοβισμός (ο)
🔉
☆
yıldıramak
🔉
εκφοβίζω
🔉
τρομοκρατώ
🔉
☆
yıldırı
🔉
εκφοβισμός (ο)
🔉
τρομοκράτηση (η)
🔉
☆
yıldırıcı
🔉
εκφοβιστικός
🔉
αποτρεπτικός
🔉
☆
yıldırıcılık
🔉
αποτρεπτικότητα (η)
🔉
εκφοβιστική ισχύς (η)
🔉
☆
yıldırılma
🔉
εκφοβισμός (ο)
🔉
☆
yıldırılmak
🔉
εκφοβίζομαι
🔉
τρομοκρατούμαι
🔉
☆
yıldırım
🔉
κεραυνός (ο)
🔉
αστραπή (η)
🔉
☆
Yıldırım
🔉
Γιλντιρίμ (κύρ. όν.)
🔉
☆
yıldırım aşkı
🔉
κεραυνοβόλος έρωτας (ο)
🔉
☆
yıldırım nikâhı
🔉
γάμος εξπρές (ο)
🔉
αστραπιαίος γάμος (ο)
🔉
☆
yıldırım siperi
🔉
αλεξικέραυνο (το)
🔉
προστατευτικό κεραυνών (το)
🔉
☆
yıldırım takla
🔉
αστραπιαία τούμπα (η)
🔉
☆
yıldırım telgraf
🔉
αστραπιαίο τηλεγράφημα (το)
🔉
☆
yıldırımkıran
🔉
αλεξικέραυνο (το)
🔉
☆
yıldırımlı
🔉
κεραυνοφόρος
🔉
με κεραυνούς
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱