Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
ya
🔉
ή
🔉
μα
🔉
λοιπόν
🔉
☆
ya
🔉
ή
🔉
μα
🔉
λοιπόν
🔉
☆
ya
🔉
ή
🔉
μα
🔉
λοιπόν
🔉
☆
ya da
🔉
ή
🔉
☆
yaba
🔉
δικράνι (το)
🔉
☆
yabalama
🔉
ανακάτεμα με δικράνι (το)
🔉
αναμόχλευση (η)
🔉
☆
yabalamak
🔉
ανακατεύω με δικράνι
🔉
αναμοχλεύω
🔉
☆
yaban
🔉
ερημιά (η)
🔉
ύπαιθρος (η)
🔉
αγριότητα (η)
🔉
☆
yaban arısı
🔉
σφήκα (η)
🔉
☆
yaban arısıgiller
🔉
σφηκίδες (οι)
🔉
☆
yaban armudu
🔉
αγριαχλαδιά (η)
🔉
αγριοαχλάδι (το)
🔉
☆
yaban asması
🔉
αγριόκλημα (το)
🔉
άγρια άμπελος (η)
🔉
☆
yaban baklası
🔉
αγριοκουκιά (τα)
🔉
☆
yaban çileği
🔉
αγριοφράουλα (η)
🔉
☆
yaban defnesi
🔉
αγριοδάφνη (η)
🔉
☆
yaban domuzu
🔉
αγριογούρουνο (το)
🔉
κάπρος (ο)
🔉
☆
yaban enginarı
🔉
αγριοαγκινάρα (η)
🔉
☆
yaban eriği
🔉
αγριοδαμάσκηνο (το)
🔉
☆
yaban eşeği
🔉
αγριόγαϊδαρος (ο)
🔉
όναγρος (ο)
🔉
☆
yaban fesleğeni
🔉
αγριοβασιλικός (ο)
🔉
☆
yaban gülü
🔉
αγριοτριανταφυλλιά (η)
🔉
αγριορόδο (το)
🔉
☆
yaban havucu
🔉
αγριοκαρότο (το)
🔉
☆
yaban inciri
🔉
αγριοσύκο (το)
🔉
αγριοσυκιά (η)
🔉
☆
yaban kazı
🔉
αγριόχηνα (η)
🔉
☆
yaban keçisi
🔉
αγριοκάτσικο (το)
🔉
αγριόγιδο (το)
🔉
☆
yaban kedisi
🔉
αγριόγατα (η)
🔉
☆
yaban keteni
🔉
αγριολινάρι (το)
🔉
☆
yaban koyunu
🔉
αγριοπρόβατο (το)
🔉
☆
yaban maydanozu
🔉
αγριομαϊντανός (ο)
🔉
☆
yaban mersini
🔉
μύρτιλο (το)
🔉
☆
yaban nanesi
🔉
αγριομέντα (η)
🔉
☆
yaban ördeği
🔉
αγριόπαπια (η)
🔉
☆
yaban pancarı
🔉
αγριοτεύτλο (το)
🔉
☆
yaban pazısı
🔉
αγριοσέσκουλο (το)
🔉
☆
yaban sümbülü
🔉
αγριοϋάκινθος (ο)
🔉
☆
yaban tavşanı
🔉
λαγός (ο)
🔉
☆
yaban teresi
🔉
αγριοκάρδαμο (το)
🔉
☆
yaban turpu
🔉
αγριοράπανο (το)
🔉
χρένο (το)
🔉
☆
yaban yasemini
🔉
αγριογιασεμί (το)
🔉
☆
yabancı
🔉
ξένος (ο)
🔉
αλλοδαπός (ο)
🔉
ξένος
🔉
αλλότριος
🔉
☆
yabancı çıta
🔉
ξένη ράβδος (η)
🔉
ξένο πηχάκι (το)
🔉
☆
yabancı dil
🔉
ξένη γλώσσα (η)
🔉
☆
yabancı saha
🔉
εκτός έδρας γήπεδο (το)
🔉
ξένο γήπεδο (το)
🔉
☆
yabancıl
🔉
ξενικός
🔉
αλλοδαπός
🔉
☆
yabancılama
🔉
ξενισμός (ο)
🔉
αποξένωση (η)
🔉
☆
yabancılamak
🔉
ξενίζω
🔉
αποξενώνω
🔉
☆
yabancılaşabilme
🔉
δυνατότητα αποξένωσης (η)
🔉
☆
yabancılaşabilmek
🔉
δύναμαι να αποξενωθώ
🔉
☆
yabancılaşma
🔉
αποξένωση (η)
🔉
αλλοτρίωση (η)
🔉
☆
yabancılaşmak
🔉
αποξενώνομαι
🔉
αλλοτριώνομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱