Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
yaş
🔉
ηλικία (η)
🔉
δάκρυ (το)
🔉
υγρός
🔉
yas
🔉
πένθος (το)
🔉
yaş çayır
🔉
υγρό λιβάδι (το)
🔉
χλωρό λιβάδι (το)
🔉
yaş dağılımı
🔉
ηλικιακή κατανομή (η)
🔉
yaş dönümü
🔉
επέτειος (η)
🔉
yaş günü
🔉
γενέθλια (τα)
🔉
yaş haddi
🔉
όριο ηλικίας (το)
🔉
yaş kesim
🔉
ηλικιακή ομάδα (η)
🔉
ηλικιακή κατηγορία (η)
🔉
yaş pasta
🔉
τούρτα (η)
🔉
κέικ (το)
🔉
yaş sebze
🔉
φρέσκο λαχανικό (το)
🔉
yaş sınırı
🔉
όριο ηλικίας (το)
🔉
yaş üzüm
🔉
φρέσκο σταφύλι (το)
🔉
yaşa
🔉
ζήτω
🔉
yasa
🔉
νόμος (ο)
🔉
yasa dışı
🔉
παράνομος
🔉
εκτός νόμου
🔉
yasa dışılık
🔉
παρανομία (η)
🔉
yasa koyucu
🔉
νομοθέτης (ο)
🔉
yasa koyuculuğu
🔉
νομοθετική ιδιότητα (η)
🔉
νομοθετική εξουσία (η)
🔉
yasa önerisi
🔉
πρόταση νόμου (η)
🔉
yasa sözcüsü
🔉
εισηγητής νόμου (ο)
🔉
εκπρόσωπος για νομοσχέδιο (ο)
🔉
yasa tasarısı
🔉
νομοσχέδιο (το)
🔉
yasa teklifi
🔉
πρόταση νόμου (η)
🔉
yasak
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
απαγορευμένος
🔉
yasak aşk
🔉
παράνομος έρωτας (ο)
🔉
απαγορευμένος έρωτας (ο)
🔉
yasak bölge
🔉
απαγορευμένη ζώνη (η)
🔉
απαγορευμένη περιοχή (η)
🔉
yasak ilişki
🔉
παράνομη σχέση (η)
🔉
απαγορευμένη σχέση (η)
🔉
yasak kitap
🔉
απαγορευμένο βιβλίο (το)
🔉
yasak meyve
🔉
απαγορευμένος καρπός (ο)
🔉
yasakçı
🔉
απαγορευτής (ο)
🔉
απαγορεύτρια (η)
🔉
yasakçılık
🔉
απαγορευτισμός (ο)
🔉
yasaklama
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklamak
🔉
απαγορεύω
🔉
yasaklanış
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklanma
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklanmak
🔉
απαγορεύομαι
🔉
τίθεμαι υπό απαγόρευση
🔉
yasaklatma
🔉
επιβολή απαγόρευσης (η)
🔉
yasaklatmak
🔉
επιβάλλω απαγόρευση
🔉
προκαλώ να απαγορευθεί
🔉
yasaklayabilme
🔉
δυνατότητα απαγόρευσης (η)
🔉
yasaklayabilmek
🔉
δύναμαι να απαγορεύσω
🔉
yasaklayıcı
🔉
απαγορευτικός
🔉
yasaklayıcılık
🔉
απαγορευτικότητα (η)
🔉
yasaklayış
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklı
🔉
απαγορευμένος
🔉
yasaklık
🔉
απαγορευμένη κατάσταση (η)
🔉
απαγορευτικότητα (η)
🔉
yasaklılık
🔉
απαγορευμένη κατάσταση (η)
🔉
yasaksız
🔉
χωρίς απαγόρευση
🔉
ανεμπόδιστος
🔉
yasaksızlık
🔉
απουσία απαγορεύσεων (η)
🔉
yasal
🔉
νόμιμος
🔉
νομικός
🔉
yasalaşma
🔉
νομοθέτηση (η)
🔉
θεσμοθέτηση (η)
🔉
yasalaşmak
🔉
νομοθετούμαι
🔉
θεσμοθετούμαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱