Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
yaka
🔉
γιακάς (ο)
🔉
όχθη (η)
🔉
ακτή (η)
🔉
yaka kartı
🔉
κάρτα γιακά (η)
🔉
ταυτότητα (η)
🔉
yaka paça
🔉
γιακάς και μανσέτες (οι)
🔉
yakabilme
🔉
δυνατότητα καύσης (η)
🔉
δυνατότητα ανάμματος (η)
🔉
yakabilmek
🔉
μπορώ να καίω
🔉
μπορώ να ανάβω
🔉
yakacak
🔉
καύσιμη ύλη (η)
🔉
καύσιμο (το)
🔉
προσάναμμα (το)
🔉
Yakakent
🔉
Γιακακέντ (το)
🔉
yakalama
🔉
σύλληψη (η)
🔉
πιάσιμο (το)
🔉
σύλληψη σήματος (η)
🔉
yakalamak
🔉
συλλαμβάνω
🔉
πιάνω
🔉
καταλαμβάνω
🔉
λαμβάνω (σήμα)
🔉
yakalanabilme
🔉
δυνατότητα σύλληψης (η)
🔉
δυνατότητα να πιαστεί (η)
🔉
yakalanabilmek
🔉
μπορώ να συλληφθώ
🔉
μπορώ να πιαστώ
🔉
yakalanış
🔉
σύλληψη (η)
🔉
πιάσιμο (το)
🔉
yakalanıverme
🔉
αιφνίδια σύλληψη (η)
🔉
αιφνίδιο πιάσιμο (το)
🔉
yakalanıvermek
🔉
συλλαμβάνομαι ξαφνικά
🔉
πιάνομαι ξαφνικά
🔉
yakalanma
🔉
σύλληψη (η)
🔉
πιάσιμο (το)
🔉
yakalanmak
🔉
συλλαμβάνομαι
🔉
πιάνομαι
🔉
καταλαμβάνομαι
🔉
yakalatabilme
🔉
δυνατότητα να προκαλέσει σύλληψη (η)
🔉
δυνατότητα να κάνει να πιαστεί (η)
🔉
yakalatabilmek
🔉
μπορώ να συλλάβω μέσω άλλου
🔉
μπορώ να κάνω να πιαστεί
🔉
yakalatma
🔉
σύλληψη μέσω τρίτου (η)
🔉
πιάσιμο μέσω τρίτου (το)
🔉
yakalatmak
🔉
βάζω να συλλάβουν
🔉
κάνω να πιαστεί
🔉
yakalayabilme
🔉
δυνατότητα σύλληψης (η)
🔉
δυνατότητα να πιάσει (η)
🔉
yakalayabilmek
🔉
μπορώ να συλλάβω
🔉
μπορώ να πιάσω
🔉
yakalayış
🔉
σύλληψη (η)
🔉
πιάσιμο (το)
🔉
yakalayıverme
🔉
αιφνίδια σύλληψη (η)
🔉
αιφνίδιο πιάσιμο (το)
🔉
yakalayıvermek
🔉
συλλαμβάνω ξαφνικά
🔉
πιάνω ξαφνικά
🔉
yakalı
🔉
με γιακά
🔉
yakalı kamçılılar
🔉
μαστιγοφόροι με γιακά (οι)
🔉
yakalık
🔉
γιακάς (ο)
🔉
περιλαίμιο (το)
🔉
yakalıklı
🔉
με γιακά
🔉
yakalıksız
🔉
χωρίς γιακά
🔉
yakamoz
🔉
θαλάσσια φωταύγεια (η)
🔉
βιοφωταύγεια (η)
🔉
yakamozlanma
🔉
εμφάνιση θαλάσσιας φωταύγειας (η)
🔉
yakamozlanmak
🔉
παρουσιάζω θαλάσσια φωταύγεια
🔉
yakamozlu
🔉
με θαλάσσια φωταύγεια
🔉
yakan top
🔉
καυτό μπαλάκι (το)
🔉
παιχνίδι «καυτό μπαλάκι» (το)
🔉
yakarabilme
🔉
δυνατότητα να καίει (η)
🔉
δυνατότητα να ανάβει (η)
🔉
yakarabilmek
🔉
μπορώ να καίω
🔉
μπορώ να ανάβω
🔉
yakarca
🔉
σκνίπα (η)
🔉
yakarı
🔉
δέηση (η)
🔉
ικεσία (η)
🔉
yakarış
🔉
δέηση (η)
🔉
ικεσία (η)
🔉
yakarma
🔉
δέηση (η)
🔉
ικεσία (η)
🔉
yakarmak
🔉
δέομαι
🔉
ικετεύω
🔉
yakasız
🔉
χωρίς γιακά
🔉
yakasız gömlek
🔉
πουκάμισο χωρίς γιακά (το)
🔉
yakasız mintan
🔉
υποκάμισο χωρίς γιακά (το)
🔉
yakaza
🔉
γιακάς (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱