Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
yalan
🔉
ψέμα (το)
🔉
αναλήθεια (η)
🔉
yalan dolan
🔉
ψέματα και απάτες (τα)
🔉
yalan dünya
🔉
ψεύτικος κόσμος (ο)
🔉
yalan haber
🔉
ψευδής είδηση (η)
🔉
yalan makinesi
🔉
ανιχνευτής ψεύδους (ο)
🔉
πολύγραφος (ο)
🔉
yalan yanlış
🔉
ανακριβώς
🔉
λάθος
🔉
ψευδώς
🔉
yalancı
🔉
ψεύτης (ο)
🔉
ψεύτικος
🔉
yalancı akasya
🔉
ψευδακακία (η)
🔉
yalancı ayak
🔉
ψευδοπόδιο (το)
🔉
yalancı biber
🔉
ψευδοπιπεριά (η)
🔉
yalancı cep
🔉
ψεύτικη τσέπη (η)
🔉
yalancı dolma
🔉
ψεύτικο ντολμά (το)
🔉
yalancı dünya
🔉
ψεύτικος κόσμος (ο)
🔉
yalancı gebelik
🔉
ψευδοκύηση (η)
🔉
yalancı ilaç
🔉
ψευδοφάρμακο (το)
🔉
yalancı meyve
🔉
ψευδοκαρπός (ο)
🔉
yalancı öd ağacı
🔉
ψευδοαγαλλόχορτο (το)
🔉
yalancı pehlivan
🔉
ψευτοπαλαιστής (ο)
🔉
yalancı safran
🔉
ψευδοκρόκος (ο)
🔉
yalancı şahit
🔉
ψευδομάρτυρας (ο)
🔉
yalancı şöhret
🔉
ψεύτικη φήμη (η)
🔉
yalancı tanık
🔉
ψευδομάρτυρας (ο)
🔉
yalancı taş
🔉
ψευδόλιθος (ο)
🔉
yalancıktan
🔉
ψεύτικα
🔉
προσποιητά
🔉
yalancılık
🔉
ψευδολογία (η)
🔉
ψευτιά (η)
🔉
yalandan
🔉
ψευδώς
🔉
από ψέμα
🔉
yalanış
🔉
ψεύδος (το)
🔉
ψέμα (το)
🔉
yalanlama
🔉
διάψευση (η)
🔉
yalanlamak
🔉
διαψεύδω
🔉
yalanlanış
🔉
διάψευση (η)
🔉
yalanlanma
🔉
διάψευση (η)
🔉
yalanlanmak
🔉
διαψεύδομαι
🔉
yalanlatma
🔉
πρόκληση διάψευσης (η)
🔉
yalanlatmak
🔉
βάζω να διαψεύσουν
🔉
προκαλώ διάψευση
🔉
yalanlayabilme
🔉
δυνατότητα διάψευσης (η)
🔉
yalanlayabilmek
🔉
μπορώ να διαψεύσω
🔉
yalanlayış
🔉
διάψευση (η)
🔉
yalanma
🔉
γλείψιμο (το)
🔉
yalanmak
🔉
γλείφομαι
🔉
yalansız
🔉
χωρίς ψέματα
🔉
αληθινός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱