Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
yapı
🔉
δομή (η)
🔉
κατασκευή (η)
🔉
κτίσμα (το)
🔉
yapı adası
🔉
οικοδομικό τετράγωνο (το)
🔉
yapı bilgisi
🔉
μορφολογία (η)
🔉
δομική γνώση (η)
🔉
yapı bilimi
🔉
δομολογία (η)
🔉
μορφολογία (η)
🔉
yapı bilimsel
🔉
δομικός
🔉
κατασκευαστικός
🔉
yapı elemanı
🔉
δομικό στοιχείο (το)
🔉
κατασκευαστικό στοιχείο (το)
🔉
yapı kooperatifi
🔉
οικοδομικός συνεταιρισμός (ο)
🔉
yapı malzemesi
🔉
δομικό υλικό (το)
🔉
οικοδομικό υλικό (το)
🔉
yapı taşı
🔉
δομική πέτρα (η)
🔉
οικοδομικός λίθος (ο)
🔉
yapı yeri
🔉
εργοτάξιο (το)
🔉
τόπος οικοδόμησης (ο)
🔉
yapıcı
🔉
κατασκευαστής (ο)
🔉
δημιουργός (ο)
🔉
εποικοδομητικός
🔉
yapıcılık
🔉
κατασκευαστική δραστηριότητα (η)
🔉
δημιουργικότητα (η)
🔉
εποικοδομητικότητα (η)
🔉
yapık
🔉
κατασκευή (η)
🔉
οικοδόμημα (το)
🔉
yapılabilirlik
🔉
δυνατότητα πραγματοποίησης (η)
🔉
εφικτότητα (η)
🔉
yapılabilme
🔉
δυνατότητα πραγματοποίησης (η)
🔉
δυνατότητα εκτέλεσης (η)
🔉
yapılabilmek
🔉
δύναμαι να γίνει
🔉
είναι εφικτό να γίνει
🔉
yapılagelme
🔉
καθιερωμένη πρακτική (η)
🔉
συνήθης τρόπος (ο)
🔉
yapılagelmek
🔉
συνηθίζεται να γίνεται
🔉
γίνεται κατά παράδοση
🔉
yapılanabilme
🔉
δυνατότητα οργάνωσης (η)
🔉
δυνατότητα διάρθρωσης (η)
🔉
yapılanabilmek
🔉
δύναμαι να οργανωθεί
🔉
δύναμαι να διαρθρωθεί
🔉
yapılandırabilme
🔉
δυνατότητα διαμόρφωσης (η)
🔉
δυνατότητα δομικής οργάνωσης (η)
🔉
yapılandırabilmek
🔉
δύναμαι να διαμορφώσω
🔉
δύναμαι να δομήσω
🔉
yapılandırış
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
διάρθρωση (η)
🔉
yapılandırma
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
διάρθρωση (η)
🔉
δομική οργάνωση (η)
🔉
yapılandırmak
🔉
διαμορφώνω
🔉
διαρθρώνω
🔉
δομώ
🔉
yapılanış
🔉
τρόπος κατασκευής (ο)
🔉
τρόπος εκτέλεσης (ο)
🔉
yapılanma
🔉
οργάνωση (η)
🔉
διάρθρωση (η)
🔉
yapılanmak
🔉
οργανώνομαι
🔉
διαρθρώνομαι
🔉
yapılaşma
🔉
δόμηση (η)
🔉
πολεοδομική ανάπτυξη (η)
🔉
yapılaşmak
🔉
δομείται
🔉
αναπτύσσεται πολεοδομικά
🔉
yapılaştırma
🔉
δόμηση (η)
🔉
οικοδόμηση (η)
🔉
yapılaştırmak
🔉
δομώ
🔉
οικοδομώ
🔉
yapılı
🔉
δομημένος
🔉
κατασκευασμένος
🔉
yapılılık
🔉
δομησιμότητα (η)
🔉
δομημένη κατάσταση (η)
🔉
yapılış
🔉
κατασκευή (η)
🔉
εκτέλεση (η)
🔉
τρόπος κατασκευής (ο)
🔉
yapılma
🔉
κατασκευή (η)
🔉
πραγματοποίηση (η)
🔉
yapılmak
🔉
κατασκευάζομαι
🔉
γίνεται
🔉
πραγματοποιούμαι
🔉
yapım
🔉
κατασκευή (η)
🔉
παραγωγή (η)
🔉
δημιουργία (η)
🔉
yapım eki
🔉
παραγωγική κατάληξη (η)
🔉
παραγωγικό επίθημα (το)
🔉
yapımcı
🔉
παραγωγός (ο)
🔉
κατασκευαστής (ο)
🔉
yapımcılık
🔉
παραγωγή (η)
🔉
παραγωγική δραστηριότητα (η)
🔉
yapımevi
🔉
εργαστήριο κατασκευής (το)
🔉
μονάδα παραγωγής (η)
🔉
yapıncak
🔉
κατασκευαστικό πρότυπο (το)
🔉
υπόδειγμα (το)
🔉
yapınma
🔉
προσποίηση (η)
🔉
επιτήδευση (η)
🔉
yapınmak
🔉
προσποιούμαι
🔉
επιτηδεύομαι
🔉
yapıntı
🔉
τεχνούργημα (το)
🔉
κατασκεύασμα (το)
🔉
yapıntıcı
🔉
τεχνητός
🔉
επιτηδευμένος
🔉
yapıntıcılık
🔉
τεχνητότητα (η)
🔉
επιτήδευση (η)
🔉
yapıntılı
🔉
τεχνητός
🔉
επιτηδευμένος
🔉
yapıntısal
🔉
τεχνητός
🔉
επιτηδευμένος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱