Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
yaprak
🔉
φύλλο (το)
🔉
yaprak arıları
🔉
φυλλοσφήκες (οι)
🔉
yaprak arısı
🔉
φυλλοσφήκα (η)
🔉
yaprak aşısı
🔉
εμβολιασμός με οφθαλμό (ο)
🔉
οφθαλμοεμβολιασμός (ο)
🔉
yaprak ayası
🔉
έλασμα φύλλου (το)
🔉
yaprak biti
🔉
αφίδα (η)
🔉
yaprak bitleri
🔉
αφίδες (οι)
🔉
yaprak böceği
🔉
φυλλοφάγο σκαθάρι (το)
🔉
χρυσομηλίδα (η)
🔉
yaprak çay
🔉
τσάι φύλλων (το)
🔉
yaprak dökümü
🔉
φυλλόπτωση (η)
🔉
yaprak dolması
🔉
ντολμάς με αμπελόφυλλα (ο)
🔉
yaprak döner
🔉
ντονέρ σε φέτες (ο)
🔉
yaprak kını
🔉
κολεός φύλλου (ο)
🔉
yaprak kurbağası
🔉
δενδροβάτραχος (ο)
🔉
yaprak kurdu
🔉
φυλλοσκώληκας (ο)
🔉
yaprak makinesi
🔉
μηχανή κοπής φύλλων (η)
🔉
μηχανή παραγωγής φύλλων (η)
🔉
yaprak sarması
🔉
σαρμάς με αμπελόφυλλα (ο)
🔉
yaprak sigarası
🔉
τσιγάρο από φύλλο καπνού (το)
🔉
yaprak taş
🔉
σχιστόλιθος (ο)
🔉
πλακοπέτρα (η)
🔉
yaprak tütün
🔉
καπνός φύλλων (ο)
🔉
yaprak yaprak
🔉
φύλλο φύλλο
🔉
σε φύλλα
🔉
yaprakçık
🔉
φυλλάριο (το)
🔉
φυλλάδιο (το)
🔉
yaprakçıklı
🔉
με φυλλάρια
🔉
φυλλαριωτός
🔉
yaprakçıl
🔉
φυλλώδης
🔉
yaprakkurusu
🔉
αποξηραμένο φύλλο (το)
🔉
yapraklanma
🔉
φυλλοφορία (η)
🔉
έκπτυξη φύλλων (η)
🔉
yapraklanmak
🔉
φυλλοφορώ
🔉
εκπτύσσω φύλλα
🔉
yapraklı
🔉
φυλλώδης
🔉
με φύλλα
🔉
Yapraklı
🔉
Γιαπρακλί (το)
🔉
yapraklı kara yosunları
🔉
φυλλώδη βρύα (τα)
🔉
yapraksı
🔉
φυλλοειδής
🔉
yapraksız
🔉
άφυλλος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱