Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆yara 🔉  

πληγή (η) 🔉  
τραύμα (το) 🔉  
☆yara bandı 🔉  

επίδεσμος (ο) 🔉  
τσιρότο (το) 🔉  
☆yara bere 🔉  

πληγές και μώλωπες (οι) 🔉  
τραύματα (τα) 🔉  
☆yara otu 🔉  

βότανο για πληγές (το) 🔉  
☆yarabilme 🔉  

δυνατότητα ωφέλειας (η) 🔉  
δυνατότητα να χρησιμεύσει (η) 🔉  
☆yarabilmek 🔉  

δύναμαι να ωφελήσω 🔉  
δύναμαι να χρησιμεύσω 🔉  
☆Yaradan 🔉  

Δημιουργός (ο) 🔉  
Πλάστης (ο) 🔉  
☆Yaradancı 🔉  

δημιουργιστής (ο) 🔉  
☆Yaradancılık 🔉  

δημιουργισμός (ο) 🔉  
☆yaradılış 🔉  

δημιουργία (η) 🔉  
γένεση (η) 🔉  
φύση (η) 🔉  
☆yaradılışlı 🔉  

προικισμένος 🔉  
εκ φύσεως ικανός 🔉  
☆yaradılıştan 🔉  

εκ φύσεως 🔉  
εκ γενετής 🔉  
☆yarak 🔉  

πέος (το) 🔉  
☆yaralama 🔉  

τραυματισμός (ο) 🔉  
πρόκληση πληγής (η) 🔉  
☆yaralamak 🔉  

τραυματίζω 🔉  
πληγώνω 🔉  
☆yaralanabilme 🔉  

δυνατότητα τραυματισμού (η) 🔉  
☆yaralanabilmek 🔉  

δύναμαι να τραυματιστώ 🔉  
☆yaralanış 🔉  

τρόπος τραυματισμού (ο) 🔉  
☆yaralanma 🔉  

τραυματισμός (ο) 🔉  
☆yaralanmak 🔉  

τραυματίζομαι 🔉  
☆yaralayabilme 🔉  

δυνατότητα τραυματισμού (η) 🔉  
δυνατότητα να πληγώσει (η) 🔉  
☆yaralayabilmek 🔉  

δύναμαι να τραυματίσω 🔉  
δύναμαι να πληγώσω 🔉  
☆yaralayış 🔉  

τραυματισμός (ο) 🔉  
πλήγμα (το) 🔉  
☆yaralı 🔉  

τραυματίας (ο) 🔉  
τραυματισμένος 🔉  
☆yaralılık 🔉  

κατάσταση τραυματία (η) 🔉  
τραυματισμός (ο) 🔉  
☆yarama 🔉  

ωφέλεια (η) 🔉  
χρησιμότητα (η) 🔉  
☆yaramak 🔉  

ωφελώ 🔉  
χρησιμεύω 🔉  
ταιριάζω 🔉  
☆yaramaz 🔉  

άτακτος 🔉  
σκανταλιάρης (ο) 🔉  
ατίθασος 🔉  
☆yaramazca 🔉  

άτακτα 🔉  
σκανταλιάρικα 🔉  
☆yaramazlaşma 🔉  

αγρίεμα (το) 🔉  
εκτράχυνση (η) 🔉  
επιδείνωση συμπεριφοράς (η) 🔉  
☆yaramazlaşmak 🔉  

αγριεύω 🔉  
γίνομαι πιο άτακτος 🔉  
☆yaramazlık 🔉  

αταξία (η) 🔉  
σκανταλιά (η) 🔉  
ατασθαλία (η) 🔉  
☆yâran 🔉  

παρέα (η) 🔉  
συντροφιά (η) 🔉  
☆yaranabilme 🔉  

δυνατότητα να αρέσει (η) 🔉  
δυνατότητα να κερδίσει εύνοια (η) 🔉  
☆yaranabilmek 🔉  

δύναμαι να αρέσω 🔉  
δύναμαι να κερδίσω εύνοια 🔉  
☆yarandırma 🔉  

εξασφάλιση εύνοιας (η) 🔉  
κολακεία (η) 🔉  
☆yarandırmak 🔉  

κερδίζω την εύνοια 🔉  
καθιστώ αρεστό 🔉  
☆yaranış 🔉  

τρόπος να γίνει αρεστός (ο) 🔉  
☆yaranma 🔉  

κερδισμένη εύνοια (η) 🔉  
αρεστότητα (η) 🔉  
☆yaranmak 🔉  

αρέσω 🔉  
κερδίζω την εύνοια 🔉  
☆yarar 🔉  

όφελος (το) 🔉  
χρησιμότητα (η) 🔉  
συμφέρον (το) 🔉  
☆yararcı 🔉  

ωφελιμιστής (ο) 🔉  
☆yararcılık 🔉  

ωφελιμισμός (ο) 🔉  
☆yararlanabilme 🔉  

δυνατότητα ωφέλειας (η) 🔉  
δυνατότητα αξιοποίησης (η) 🔉  
☆yararlanabilmek 🔉  

δύναμαι να ωφεληθώ 🔉  
δύναμαι να αξιοποιήσω 🔉  
☆yararlandırılma 🔉  

παροχή ωφέλειας (η) 🔉  
ωφέληση (η) 🔉  
☆yararlandırılmak 🔉  

ωφελούμαι 🔉  
καθίσταμαι ωφελημένος 🔉  
☆yararlandırma 🔉  

ωφέληση (η) 🔉  
αξιοποίηση (η) 🔉  
☆yararlandırmak 🔉  

ωφελώ 🔉  
αξιοποιώ 🔉  
☆yararlanılabilme 🔉  

δυνατότητα να αξιοποιηθεί (η) 🔉  
δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱