Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
yargı 🔉  

κρίση (η) 🔉  
δικαιοσύνη (η) 🔉  
δικαιοδοσία (η) 🔉  
yargı alanı 🔉  

δικαιοδοτική αρμοδιότητα (η) 🔉  
πεδίο δικαιοδοσίας (το) 🔉  
yargı çevresi 🔉  

δικαστική περιφέρεια (η) 🔉  
yargı denetimi 🔉  

δικαστικός έλεγχος (ο) 🔉  
yargı erki 🔉  

δικαστική εξουσία (η) 🔉  
yargı gücü 🔉  

δικαστική ισχύς (η) 🔉  
δικαιοδοτική εξουσία (η) 🔉  
yargı organları 🔉  

δικαστικά όργανα (τα) 🔉  
όργανα της δικαιοσύνης (τα) 🔉  
yargı usulü 🔉  

δικονομία (η) 🔉  
δικαστική διαδικασία (η) 🔉  
yargı yeri 🔉  

δικαστήριο (το) 🔉  
έδρα (η) 🔉  
yargı yetkisi 🔉  

δικαιοδοσία (η) 🔉  
δικαστική αρμοδιότητα (η) 🔉  
yargı yolu 🔉  

ένδικο μέσο (το) 🔉  
δικαστική οδός (η) 🔉  
yargıç 🔉  

δικαστής (ο) 🔉  
yargıcı 🔉  

δικαστής (ο) 🔉  
yargıcılar kurulu 🔉  

δικαστικό συμβούλιο (το) 🔉  
ανώτατο δικαστικό συμβούλιο (το) 🔉  
yargıcılık 🔉  

δικαστικό λειτούργημα (το) 🔉  
δικαστική ιδιότητα (η) 🔉  
yargıçlık 🔉  

δικαστικό λειτούργημα (το) 🔉  
δικαστική ιδιότητα (η) 🔉  
yargıevi 🔉  

δικαστικό μέγαρο (το) 🔉  
yargılama 🔉  

δίκη (η) 🔉  
δικαστική διαδικασία (η) 🔉  
yargılama gideri 🔉  

δικαστικά έξοδα (τα) 🔉  
yargılama usulü 🔉  

δικονομία (η) 🔉  
δικονομική διαδικασία (η) 🔉  
yargılamak 🔉  

δικάζω 🔉  
κρίνω 🔉  
yargılamasız 🔉  

χωρίς δίκη 🔉  
άνευ δίκης 🔉  
yargılanabilme 🔉  

δυνατότητα να δικαστεί (η) 🔉  
yargılanabilmek 🔉  

δύναμαι να δικαστώ 🔉  
δύναμαι να δικαστεί 🔉  
yargılanış 🔉  

τρόπος εκδίκασης (ο) 🔉  
yargılanma 🔉  

εκδίκαση (η) 🔉  
δίκη (η) 🔉  
yargılanmak 🔉  

δικάζομαι 🔉  
yargılatabilme 🔉  

δυνατότητα να προκαλέσει δίκη (η) 🔉  
δυνατότητα να βάλει να δικαστεί (η) 🔉  
yargılatabilmek 🔉  

δύναμαι να κινήσω διαδικασία δίκης 🔉  
δύναμαι να βάλω να δικαστεί 🔉  
yargılatma 🔉  

παραπομπή σε δίκη (η) 🔉  
κίνηση δικαστικής διαδικασίας (η) 🔉  
yargılatmak 🔉  

παραπέμπω σε δίκη 🔉  
κινώ δικαστική διαδικασία 🔉  
yargılayabilme 🔉  

δυνατότητα να δικάσει (η) 🔉  
δυνατότητα να κρίνει (η) 🔉  
yargılayabilmek 🔉  

δύναμαι να κρίνω 🔉  
δύναμαι να δικάζω 🔉  
δύναμαι να αξιολογώ 🔉  
yargılayış 🔉  

κρίση (η) 🔉  
δίκασις (η) 🔉  
αξιολόγηση (η) 🔉  
yargılı 🔉  

κρινόμενος 🔉  
υπόδικος 🔉  
κατηγορούμενος 🔉  
yargısal 🔉  

δικαστικός 🔉  
δικαιοδοτικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱