Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆yaşa 🔉  

ζήτω 🔉  
☆yasa 🔉  

νόμος (ο) 🔉  
☆yasa dışı 🔉  

παράνομος 🔉  
εκτός νόμου 🔉  
☆yasa dışılık 🔉  

παρανομία (η) 🔉  
☆yasa koyucu 🔉  

νομοθέτης (ο) 🔉  
☆yasa koyuculuğu 🔉  

νομοθετική ιδιότητα (η) 🔉  
νομοθετική εξουσία (η) 🔉  
☆yasa önerisi 🔉  

πρόταση νόμου (η) 🔉  
☆yasa sözcüsü 🔉  

εισηγητής νόμου (ο) 🔉  
εκπρόσωπος για νομοσχέδιο (ο) 🔉  
☆yasa tasarısı 🔉  

νομοσχέδιο (το) 🔉  
☆yasa teklifi 🔉  

πρόταση νόμου (η) 🔉  
☆yasak 🔉  

απαγόρευση (η) 🔉  
απαγορευμένος 🔉  
☆yasak aşk 🔉  

παράνομος έρωτας (ο) 🔉  
απαγορευμένος έρωτας (ο) 🔉  
☆yasak bölge 🔉  

απαγορευμένη ζώνη (η) 🔉  
απαγορευμένη περιοχή (η) 🔉  
☆yasak ilişki 🔉  

παράνομη σχέση (η) 🔉  
απαγορευμένη σχέση (η) 🔉  
☆yasak kitap 🔉  

απαγορευμένο βιβλίο (το) 🔉  
☆yasak meyve 🔉  

απαγορευμένος καρπός (ο) 🔉  
☆yasakçı 🔉  

απαγορευτής (ο) 🔉  
απαγορεύτρια (η) 🔉  
☆yasakçılık 🔉  

απαγορευτισμός (ο) 🔉  
☆yasaklama 🔉  

απαγόρευση (η) 🔉  
☆yasaklamak 🔉  

απαγορεύω 🔉  
☆yasaklanış 🔉  

απαγόρευση (η) 🔉  
☆yasaklanma 🔉  

απαγόρευση (η) 🔉  
☆yasaklanmak 🔉  

απαγορεύομαι 🔉  
τίθεμαι υπό απαγόρευση 🔉  
☆yasaklatma 🔉  

επιβολή απαγόρευσης (η) 🔉  
☆yasaklatmak 🔉  

επιβάλλω απαγόρευση 🔉  
προκαλώ να απαγορευθεί 🔉  
☆yasaklayabilme 🔉  

δυνατότητα απαγόρευσης (η) 🔉  
☆yasaklayabilmek 🔉  

δύναμαι να απαγορεύσω 🔉  
☆yasaklayıcı 🔉  

απαγορευτικός 🔉  
☆yasaklayıcılık 🔉  

απαγορευτικότητα (η) 🔉  
☆yasaklayış 🔉  

απαγόρευση (η) 🔉  
☆yasaklı 🔉  

απαγορευμένος 🔉  
☆yasaklık 🔉  

απαγορευμένη κατάσταση (η) 🔉  
απαγορευτικότητα (η) 🔉  
☆yasaklılık 🔉  

απαγορευμένη κατάσταση (η) 🔉  
☆yasaksız 🔉  

χωρίς απαγόρευση 🔉  
ανεμπόδιστος 🔉  
☆yasaksızlık 🔉  

απουσία απαγορεύσεων (η) 🔉  
☆yasal 🔉  

νόμιμος 🔉  
νομικός 🔉  
☆yasalaşma 🔉  

νομοθέτηση (η) 🔉  
θεσμοθέτηση (η) 🔉  
☆yasalaşmak 🔉  

νομοθετούμαι 🔉  
θεσμοθετούμαι 🔉  
☆yasalaştırabilme 🔉  

δυνατότητα νομοθέτησης (η) 🔉  
δυνατότητα θεσμοθέτησης (η) 🔉  
☆yasalaştırabilmek 🔉  

δύναμαι να νομοθετήσω 🔉  
δύναμαι να θεσμοθετήσω 🔉  
☆yasalaştırılma 🔉  

νομοθέτηση (η) 🔉  
θεσμοθέτηση (η) 🔉  
☆yasalaştırılmak 🔉  

νομοθετούμαι 🔉  
θεσμοθετούμαι 🔉  
☆yasalaştırma 🔉  

νομοθέτηση (η) 🔉  
θεσμοθέτηση (η) 🔉  
☆yasalaştırmak 🔉  

νομοθετώ 🔉  
θεσμοθετώ 🔉  
☆yasalı 🔉  

με νόμο 🔉  
νομίμως 🔉  
☆yasallaşma 🔉  

νομιμοποίηση (η) 🔉  
☆yasallaşmak 🔉  

νομιμοποιούμαι 🔉  
☆yasallaştırabilme 🔉  

δυνατότητα νομιμοποίησης (η) 🔉  
☆yasallaştırabilmek 🔉  

δύναμαι να νομιμοποιήσω 🔉  
☆yasallaştırma 🔉  

νομιμοποίηση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱