Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
yasak
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
απαγορευμένος
🔉
yasak aşk
🔉
παράνομος έρωτας (ο)
🔉
απαγορευμένος έρωτας (ο)
🔉
yasak bölge
🔉
απαγορευμένη ζώνη (η)
🔉
απαγορευμένη περιοχή (η)
🔉
yasak ilişki
🔉
παράνομη σχέση (η)
🔉
απαγορευμένη σχέση (η)
🔉
yasak kitap
🔉
απαγορευμένο βιβλίο (το)
🔉
yasak meyve
🔉
απαγορευμένος καρπός (ο)
🔉
yasakçı
🔉
απαγορευτής (ο)
🔉
απαγορεύτρια (η)
🔉
yasakçılık
🔉
απαγορευτισμός (ο)
🔉
yasaklama
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklamak
🔉
απαγορεύω
🔉
yasaklanış
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklanma
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklanmak
🔉
απαγορεύομαι
🔉
τίθεμαι υπό απαγόρευση
🔉
yasaklatma
🔉
επιβολή απαγόρευσης (η)
🔉
yasaklatmak
🔉
επιβάλλω απαγόρευση
🔉
προκαλώ να απαγορευθεί
🔉
yasaklayabilme
🔉
δυνατότητα απαγόρευσης (η)
🔉
yasaklayabilmek
🔉
δύναμαι να απαγορεύσω
🔉
yasaklayıcı
🔉
απαγορευτικός
🔉
yasaklayıcılık
🔉
απαγορευτικότητα (η)
🔉
yasaklayış
🔉
απαγόρευση (η)
🔉
yasaklı
🔉
απαγορευμένος
🔉
yasaklık
🔉
απαγορευμένη κατάσταση (η)
🔉
απαγορευτικότητα (η)
🔉
yasaklılık
🔉
απαγορευμένη κατάσταση (η)
🔉
yasaksız
🔉
χωρίς απαγόρευση
🔉
ανεμπόδιστος
🔉
yasaksızlık
🔉
απουσία απαγορεύσεων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱