Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
yer
🔉
τόπος (ο)
🔉
θέση (η)
🔉
έδαφος (το)
🔉
χώρος (ο)
🔉
☆
yer adı
🔉
τοπωνύμιο (το)
🔉
☆
yer adı bilimi
🔉
τοπωνυμιολογία (η)
🔉
☆
yer alıştırmaları
🔉
ασκήσεις εδάφους (οι)
🔉
☆
yer altı
🔉
υπόγειο (το)
🔉
☆
yer altı çarşısı
🔉
υπόγεια αγορά (η)
🔉
☆
yer altı kaynakları
🔉
υπόγειοι πόροι (οι)
🔉
ορυκτός πλούτος (ο)
🔉
☆
yer altı merdiveni
🔉
υπόγεια σκάλα (η)
🔉
☆
yer altı suları
🔉
υπόγεια ύδατα (τα)
🔉
☆
yer altı treni
🔉
μετρό (το)
🔉
υπόγειος σιδηρόδρομος (ο)
🔉
☆
yer belirteci
🔉
τοπικός δείκτης (ο)
🔉
επιρρηματικός προσδιορισμός τόπου (ο)
🔉
☆
yer biçimleri
🔉
μορφές αναγλύφου (οι)
🔉
γεωμορφές (οι)
🔉
☆
yer bilimci
🔉
γεωεπιστήμονας (ο)
🔉
γεωλόγος (ο)
🔉
☆
yer bilimi
🔉
γεωεπιστήμη (η)
🔉
γεωλογία (η)
🔉
☆
yer bilimsel
🔉
γεωεπιστημονικός
🔉
γεωλογικός
🔉
☆
yer çamı
🔉
άρκευθος (ο)
🔉
☆
yer çekimi
🔉
βαρύτητα (η)
🔉
βαρυτική έλξη (η)
🔉
☆
yer çekirdeği
🔉
πυρήνας της Γης (ο)
🔉
☆
yer çöküntüsü
🔉
καθίζηση (η)
🔉
βύθισμα (το)
🔉
☆
yer cücesi
🔉
νάνος (ο)
🔉
☆
yer değiştirme
🔉
μετατόπιση (η)
🔉
αλλαγή θέσης (η)
🔉
☆
yer domuzu
🔉
αγριόχοιρος (ο)
🔉
☆
yer domuzugiller
🔉
σουίδες (οι)
🔉
☆
yer elması
🔉
αγκινάρα Ιερουσαλήμ (η)
🔉
τοπιναμπούρ (το)
🔉
☆
yer fesleğeni
🔉
βασιλικός (ο)
🔉
☆
yer fıstığı
🔉
αράπικο φιστίκι (το)
🔉
φυστίκι (το)
🔉
☆
yer geçidi
🔉
υπόγεια διάβαση (η)
🔉
☆
yer hostesi
🔉
αεροσυνοδός εδάφους (η)
🔉
υπάλληλος εδάφους (ο/η)
🔉
☆
yer istasyonu
🔉
επίγειος σταθμός (ο)
🔉
☆
yer kabuğu
🔉
γήινος φλοιός (ο)
🔉
☆
yer katı
🔉
ισόγειο (το)
🔉
☆
yer mantarı
🔉
τρούφα (η)
🔉
☆
yer merkezli
🔉
γεωκεντρικός
🔉
☆
yer meşesi
🔉
δρυς (η)
🔉
☆
yer minderi
🔉
μαξιλάρι δαπέδου (το)
🔉
καθιστικό μαξιλάρι (το)
🔉
☆
yer mumu
🔉
κηρομυρτιά (η)
🔉
☆
yer odası
🔉
υπόγειο δωμάτιο (το)
🔉
☆
yer ölçümü
🔉
γεωμέτρηση (η)
🔉
τοπομέτρηση (η)
🔉
☆
yer örümceği
🔉
αράχνη εδάφους (η)
🔉
☆
yer özekçil
🔉
γεωκεντρικός
🔉
☆
yer özekçilik
🔉
γεωκεντρισμός (ο)
🔉
☆
yer palamudu
🔉
βελανίδι (το)
🔉
☆
yer pelidi
🔉
βελανίδι (το)
🔉
☆
yer pırasası
🔉
άγριο πράσο (το)
🔉
☆
yer sakızı
🔉
μαστίχα (η)
🔉
☆
yer sarmaşığı
🔉
κισσός (ο)
🔉
☆
yer sarsıntısı
🔉
σεισμός (ο)
🔉
δόνηση εδάφους (η)
🔉
☆
yer servisi
🔉
εξυπηρέτηση εδάφους (η)
🔉
☆
yer sıçanı
🔉
αρουραίος (ο)
🔉
☆
yer sofrası
🔉
χαμηλό τραπέζι (το)
🔉
σοφράς (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱