Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆yorum 🔉  

ερμηνεία (η) 🔉  
σχόλιο (το) 🔉  
γνώμη (η) 🔉  
☆yorumcu 🔉  

σχολιαστής (ο) 🔉  
ερμηνευτής (ο) 🔉  
☆yorumculuk 🔉  

σχολιασμός (ο) 🔉  
ερμηνευτική (η) 🔉  
☆yorumlama 🔉  

ερμηνεία (η) 🔉  
σχολιασμός (ο) 🔉  
☆yorumlamak 🔉  

ερμηνεύω 🔉  
σχολιάζω 🔉  
☆yorumlanabilme 🔉  

δυνατότητα ερμηνείας (η) 🔉  
☆yorumlanabilmek 🔉  

μπορώ να ερμηνευθώ 🔉  
μπορώ να σχολιαστώ 🔉  
☆yorumlanış 🔉  

ερμηνεία (η) 🔉  
τρόπος ερμηνείας (ο) 🔉  
☆yorumlanma 🔉  

ερμηνεία (η) 🔉  
σχολιασμός (ο) 🔉  
☆yorumlanmak 🔉  

ερμηνεύομαι 🔉  
σχολιάζομαι 🔉  
☆yorumlatabilme 🔉  

δυνατότητα να προκαλέσει ερμηνεία (η) 🔉  
☆yorumlatabilmek 🔉  

μπορώ να κάνω να ερμηνεύσουν 🔉  
μπορώ να προκαλέσω σχολιασμό 🔉  
☆yorumlatma 🔉  

ανάθεση ερμηνείας (η) 🔉  
πρόκληση σχολιασμού (η) 🔉  
☆yorumlatmak 🔉  

βάζω να ερμηνεύσουν 🔉  
βάζω να σχολιάσουν 🔉  
☆yorumlattırma 🔉  

ανάθεση ανάθεσης ερμηνείας (η) 🔉  
☆yorumlattırmak 🔉  

βάζω να βάλουν να ερμηνεύσουν 🔉  
βάζω να βάλουν να σχολιάσουν 🔉  
☆yorumlayabilme 🔉  

δυνατότητα ερμηνείας (η) 🔉  
δυνατότητα σχολιασμού (η) 🔉  
☆yorumlayabilmek 🔉  

μπορώ να ερμηνεύσω 🔉  
μπορώ να σχολιάσω 🔉  
☆yorumlayış 🔉  

ερμηνεία (η) 🔉  
τρόπος σχολιασμού (ο) 🔉  
☆yorumlu 🔉  

σχολιασμένος 🔉  
ερμηνευμένος 🔉  
☆yorumsuz 🔉  

ασχολίαστος 🔉  
χωρίς ερμηνεία 🔉  
☆yorumsuzluk 🔉  

έλλειψη σχολιασμού (η) 🔉  
απουσία ερμηνείας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱