Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆yuva 🔉  

φωλιά (η) 🔉  
σπιτικό (το) 🔉  
εστία (η) 🔉  
υποδοχή (η) 🔉  
☆Yuva kavunu 🔉  

πεπόνι «Γιουβά» (το) 🔉  
☆yuvak 🔉  

μικρή φωλιά (η) 🔉  
κοιλότητα (η) 🔉  
☆yuvalama 🔉  

φωλεοποίηση (η) 🔉  
τοποθέτηση σε φωλιά (η) 🔉  
☆yuvalamak 🔉  

βάζω σε φωλιά 🔉  
φωλεοποιώ 🔉  
☆yuvalanma 🔉  

φωλεοποίηση (η) 🔉  
☆yuvalanmak 🔉  

φωλεοποιώ 🔉  
κουρνιάζω 🔉  
☆yuvalı 🔉  

με φωλιά 🔉  
φωλεασμένος 🔉  
☆yuvar 🔉  

στρογγυλό αντικείμενο (το) 🔉  
☆yuvar yuvar 🔉  

στρογγυλά-στρογγυλά 🔉  
κυλώντας 🔉  
☆yuvarlacık 🔉  

στρογγυλούτσικος 🔉  
μικροσκοπικά στρογγυλός 🔉  
☆yuvarlak 🔉  

στρογγυλός 🔉  
κυκλικός 🔉  
☆yuvarlak ağızlılar 🔉  

κυκλοστόματα (τα) 🔉  
☆yuvarlak çekirdeksiz 🔉  

στρογγυλό άσπερμο (το) 🔉  
☆yuvarlak hesap 🔉  

στρογγυλός υπολογισμός (ο) 🔉  
πρόχειρος υπολογισμός (ο) 🔉  
☆yuvarlak masa toplantısı 🔉  

στρογγυλή τράπεζα (η) 🔉  
☆yuvarlak sayı 🔉  

στρογγυλός αριθμός (ο) 🔉  
☆yuvarlak solucanlar 🔉  

νηματώδεις (οι) 🔉  
☆yuvarlak ünlü 🔉  

στρογγυλεμένο φωνήεν (το) 🔉  
☆yuvarlak vokal 🔉  

στρογγυλεμένο φωνήεν (το) 🔉  
☆yuvarlaklaşma 🔉  

στρογγύλεμα (το) 🔉  
☆yuvarlaklaşmak 🔉  

στρογγυλεύω 🔉  
γίνομαι στρογγυλός 🔉  
☆yuvarlaklaştırma 🔉  

στρογγύλεμα (το) 🔉  
☆yuvarlaklaştırmak 🔉  

στρογγυλεύω 🔉  
☆yuvarlaklık 🔉  

στρογγυλότητα (η) 🔉  
☆yuvarlama 🔉  

κύλιση (η) 🔉  
κύλισμα (το) 🔉  
στρογγύλεμα (το) 🔉  
☆yuvarlamak 🔉  

κυλώ 🔉  
ρολάρω 🔉  
στρογγυλεύω 🔉  
☆yuvarlanabilme 🔉  

δυνατότητα κύλισης (η) 🔉  
☆yuvarlanabilmek 🔉  

μπορώ να κυλήσω 🔉  
☆yuvarlanış 🔉  

κύλιση (η) 🔉  
☆yuvarlanıverme 🔉  

αιφνίδια κύλιση (η) 🔉  
☆yuvarlanıvermek 🔉  

κυλώ ξαφνικά 🔉  
κυλώ αμέσως 🔉  
☆yuvarlanma 🔉  

κύλιση (η) 🔉  
☆yuvarlanmak 🔉  

κυλώ 🔉  
κυλιέμαι 🔉  
☆yuvarlatma 🔉  

κύλιση (η) 🔉  
στρογγύλεμα (το) 🔉  
☆yuvarlatmak 🔉  

κάνω να κυλήσει 🔉  
στρογγυλεύω 🔉  
☆yuvarlayabilme 🔉  

δυνατότητα κύλισης (η) 🔉  
☆yuvarlayabilmek 🔉  

μπορώ να κυλήσω 🔉  
μπορώ να στρογγυλεύσω 🔉  
☆yuvarlayış 🔉  

κύλιση (η) 🔉  
στρογγύλεμα (το) 🔉  
☆yuvarlayıverme 🔉  

αιφνίδια κύλιση (η) 🔉  
☆yuvarlayıvermek 🔉  

κυλώ αμέσως 🔉  
στρογγυλεύω αμέσως 🔉  
☆yuvarölçer 🔉  

κυρτόμετρο (το) 🔉  
☆yuvaya dönüş 🔉  

επιστροφή στη φωλιά (η) 🔉  
επιστροφή στην εστία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱