Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
zor 🔉  

δύσκολος 🔉  
σκληρός 🔉  
αναγκαστικός 🔉  
zor alım 🔉  

αναγκαστική απαλλοτρίωση (η) 🔉  
zor bela 🔉  

με τα χίλια ζόρια 🔉  
μετά βίας 🔉  
zoraki 🔉  

αναγκαστικός 🔉  
με το ζόρι 🔉  
zorba 🔉  

τύραννος (ο) 🔉  
νταής (ο) 🔉  
zorbaca 🔉  

τυραννικά 🔉  
νταηλίδικα 🔉  
zorbalık 🔉  

τυραννία (η) 🔉  
νταηλίκι (το) 🔉  
zorca 🔉  

δύσκολα 🔉  
με δυσκολία 🔉  
zorgu 🔉  

ζόργκου (το) 🔉  
zorgulu 🔉  

με ζόργκου 🔉  
zorla 🔉  

με τη βία 🔉  
με το ζόρι 🔉  
zorlama 🔉  

εξαναγκασμός (ο) 🔉  
καταναγκασμός (ο) 🔉  
zorlamak 🔉  

εξαναγκάζω 🔉  
πιέζω 🔉  
καταναγκάζω 🔉  
zorlamasız 🔉  

αβίαστος 🔉  
χωρίς εξαναγκασμό 🔉  
zorlanış 🔉  

δυσκολία (η) 🔉  
εξαναγκασμός (ο) 🔉  
zorlanma 🔉  

δυσκολία (η) 🔉  
εξαναγκασμός (ο) 🔉  
zorlanmak 🔉  

δυσκολεύομαι 🔉  
εξαναγκάζομαι 🔉  
zorlaşma 🔉  

επιδείνωση (η) 🔉  
δυσχέρανση (η) 🔉  
zorlaşmak 🔉  

δυσχεραίνω 🔉  
γίνεται δυσκολότερος 🔉  
zorlaştırma 🔉  

δυσχέρανση (η) 🔉  
zorlaştırmak 🔉  

δυσχεραίνω 🔉  
κάνω δυσκολότερο 🔉  
zorlayabilme 🔉  

δυνατότητα εξαναγκασμού (η) 🔉  
zorlayabilmek 🔉  

μπορώ να εξαναγκάσω 🔉  
μπορώ να πιέσω 🔉  
zorlayıcı 🔉  

πιεστικός 🔉  
καταναγκαστικός 🔉  
zorlayıcılık 🔉  

πιεστικότητα (η) 🔉  
καταναγκαστικότητα (η) 🔉  
zorlayış 🔉  

πίεση (η) 🔉  
εξαναγκασμός (ο) 🔉  
zorlu 🔉  

δύσκολος 🔉  
σκληρός 🔉  
zorluk 🔉  

δυσκολία (η) 🔉  
σκληρότητα (η) 🔉  
zorlukla 🔉  

με δυσκολία 🔉  
μετά βίας 🔉  
zorsunma 🔉  

προσποίηση (η) 🔉  
zorsunmak 🔉  

προσποιούμαι 🔉  
zoru zoruna 🔉  

με το ζόρι 🔉  
μετά βίας 🔉  
zorun 🔉  

αναγκαστικός 🔉  
zorunlu 🔉  

υποχρεωτικός 🔉  
αναγκαίος 🔉  
zorunlu emeklilik 🔉  

υποχρεωτική συνταξιοδότηση (η) 🔉  
zorunlu öğrenim 🔉  

υποχρεωτική εκπαίδευση (η) 🔉  
zorunlu sigorta 🔉  

υποχρεωτική ασφάλιση (η) 🔉  
zorunluk 🔉  

αναγκαιότητα (η) 🔉  
υποχρεωτικότητα (η) 🔉  
zorunluluk 🔉  

υποχρέωση (η) 🔉  
αναγκαιότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱