Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
μικρό
🔉
küçük
🔉
ufak
🔉
μικρο
🔉
- mikro-
🔉
küçük-
🔉
μικρό αγγείο (το)
🔉
küçük damar
🔉
küçük kap
🔉
μικρό ασκί (το)
🔉
küçük tulum
🔉
küçük kırba
🔉
μικρό αυγό (το)
🔉
küçük yumurta
🔉
μικρό γογγύλι (το)
🔉
küçük şalgam
🔉
μικρό δάχτυλο (το)
🔉
serçe parmak
🔉
μικρό δενδρύλλιο (το)
🔉
küçük fidan
🔉
μικρό δηλητήριο (το)
🔉
az miktarda zehir
🔉
hafif zehir
🔉
μικρό δίχτυ (το)
🔉
küçük ağ
🔉
μικρό δόντι (το)
🔉
küçük diş
🔉
μικρό δρεπάνι (το)
🔉
küçük orak
🔉
μικρό εξόγκωμα (το)
🔉
küçük çıkıntı
🔉
küçük şişlik
🔉
μικρό ζώο (το)
🔉
küçük hayvan
🔉
μικρό κάλυμμα (το)
🔉
küçük kapak
🔉
küçük örtü
🔉
μικρό κανάλι (το)
🔉
küçük kanal
🔉
μικρό κάστανο (το)
🔉
küçük kestane
🔉
μικρό κενό (το)
🔉
küçük boşluk
🔉
μικρό κοίλωμα (το)
🔉
küçük çukur
🔉
küçük oyuk
🔉
μικρό κομμάτι (το)
🔉
küçük parça
🔉
μικρό κοράκι (το)
🔉
küçük karga
🔉
μικρό κύμα (το)
🔉
küçük dalga
🔉
μικρό κυπαρίσσι (το)
🔉
küçük servi
🔉
μικρό λέπι (το)
🔉
küçük pul
🔉
μικρό μαστίγιο (το)
🔉
küçük kırbaç
🔉
μικρό μαχαίρι (το)
🔉
küçük bıçak
🔉
μικρό μέγεθος (το)
🔉
küçük boyut
🔉
μικρό μεσαίο (το)
🔉
küçük orta
🔉
küçük orta boy
🔉
μικρό μινκ (το)
🔉
küçük vizon
🔉
μικρό μπολ (το)
🔉
küçük kâse
🔉
μικρό μπουκέτο (το)
🔉
küçük buket
🔉
μικρό ντιβάνι (το)
🔉
küçük divan
🔉
μικρό οικόπεδο (το)
🔉
küçük arsa
🔉
μικρό όνομα (το)
🔉
ad
🔉
ön ad
🔉
μικρό παράθυρο (το)
🔉
küçük pencere
🔉
μικρό πιθάρι (το)
🔉
küçük küp
🔉
μικρό πλήγμα (το)
🔉
küçük darbe
🔉
hafif zarar
🔉
μικρό πόδι (το)
🔉
küçük ayak
🔉
μικρό ποτήρι (το)
🔉
küçük bardak
🔉
μικρό πουγκί (το)
🔉
küçük kese
🔉
μικρό πουλιού (το)
🔉
küçük kuş
🔉
kuş yavrusu
🔉
μικρό ρέμα (το)
🔉
küçük dere
🔉
μικρό σπίτι (το)
🔉
küçük ev
🔉
μικρό σπριντ (το)
🔉
kısa sprint
🔉
kısa depar
🔉
μικρό σφυρί (το)
🔉
küçük çekiç
🔉
μικρό τζαμί (το)
🔉
küçük cami
🔉
μικρό τηγάνι (το)
🔉
küçük tava
🔉
μικρό τσαγερίο (το)
🔉
küçük çaydanlık
🔉
μικρό φεγγάρι (το)
🔉
küçük ay
🔉
hilal
🔉
μικρό φίδι (το)
🔉
küçük yılan
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱